20090422

Κοντραμπάσο άστεως

Μια φίλη μού είχε πει πριν περίπου 15 χρόνια ότι ήθελε να έρθει στη γειτονιά μου, για να δει και να καταλάβει από πού προέρχονται όλες οι εικόνες και σκέψεις που διάβαζε σε κάποια κείμενα που της έδινα. Δεν είχα δώσει σημασία τότε και νομίζω ότι το είχα ξεχάσει τελείως αυτό, ώσπου το ξανάκουσα στα πρώτα σχόλια διαφόρων για τα τραγούδια μου: είναι γεμάτα με εικόνες της πόλης.

Δεν είναι, βέβαια, παράξενο ή σπάνιο. Μεγάλωσα σε μια γειτονιά κοντά στο κέντρο, τα πρώτα μου βήματα τα έκανα στην Ακαδημία Πλάτωνος, στο Μεταξουργείο και στο Θησείο, οι γονείς μου διασκέδαζαν σε ένα υπόγειο μαγαζί στην πλατεία Κουμουνδούρου (μαζί κι εγώ), με πηγαίνανε για λουκουμάδες στην Αγ. Κωνσταντίνου (ένα στενόμακρο κατάστημα -έχει κλείσει εδώ και χρόνια), θυμάμαι ξημερώματα μες στην Κεντρική Αγορά, τις απογευματινές μυρωδιές της Ευριπίδου, το λεωφορείο 047 που έκανε τέρμα στην Μενάνδρου, τα κρεμασμένα παιχνίδια στη Ζήνωνος, τις βυσσινάδες με κέρμα κάτω από την Ομόνοια, την πρώτη μου κιθάρα από ένα μαγαζί στην Πλατεία Βάθης (σε αυτήν έχω γράψει τα περισσότερα τραγούδια), τα κτίρια στα οποία είχαν εργαστεί οι δικοί μου (από εργοστάσια κι αποθήκες μέχρι αχανή γραφεία), τα σπίτια με φωταγωγό, την κίνηση απ’ τον Κηφισό που άκουγα όταν έβγαινα στον ακάλυπτο, τα τρόλεϊ της Λένορμαν, τις συχνές νυχτερινές διαδρομές διασχίζοντας τους σιδηροδρομικούς σταθμούς Λαρίσης και Πελοποννήσου, ένα διανυκτερεύον καφενείο στην πλατεία Αττικής που ξημερώναμε έφηβοι. Βέβαια, τίποτα από αυτά δεν με απασχόλησε ποτέ ως θεματολογία (για ποιον λόγο άλλωστε), αλλά αυτές οι αναφορές μού δημιούργησαν αβίαστα το πλέον φυσικό περιβάλλον για να πατήσουν οι σκέψεις μου.

Νομίζω ότι το πιο σοβαρό τράνταγμα έγινε το περασμένο καλοκαίρι, μετά από 40 μέρες διακοπών στην Κρήτη, σε άδειες παραλίες και στο (σχεδόν εγκαταλελειμμένο) χωριό μου. Παρατήρησα ότι δεν ήθελα να ακούω στην κιθάρα κανένα διάφωνο διάστημα, οι ρυθμοί που προέκυπταν ήταν πιο πολύπλοκοι κι ελεύθεροι και μάλιστα απέκτησα μια σφοδρή επιθυμία να αγοράσω κοντραμπάσο. Την ημέρα της επιστροφής, έπαθα μάλλον κάτι σαν σοκ, οι μηχανές παρήγαγαν τον πιο μίζερο ήχο, τα κτίρια ήταν πιο άσχημα από ποτέ και οι τοίχοι του σπιτιού μου βαλμένοι λίγο πιο στριμωγμένα ο ένας με τον άλλο. Ξεκίνησα ενδελεχή έρευνα αγοράς για κοντραμπάσο, γράφτηκα σε σχετικά φόρουμ, παρακολούθησα και μαθήματα για να μπω στην λογική του οργάνου. Λίγο πριν παραγγείλω το κοντραμπάσο στο οποίο είχα καταλήξει μετά από μήνες, το αστικό τοπίο με προσπερνάει στο παρά πέντε και μου σκάει τετραγωνισμένη σφαλιάρα: "τι τα θες αυτά; Ασχολήσου με τις λούπες στο λάπτοπ".

Τα τελευταία τραγούδια μου είναι τα πλέον αστικά της ζωής μου, όταν τα έγραφα τα ένιωθα σαν ένα γκράντε αποχαιρετιστήριο φιλί αυτής της αχανούς περιόδου. Είχα γράψει σε παλιότερο ποστ ότι "περιμένω" να ολοκληρωθεί κάπως αυτή η -μικρότερη- περίοδος για να αρχίσω τις ηχογραφήσεις.

Χτες έγραψα το πρώτο μου μη αστικό τραγούδι. Απλό-απλό, χωρίς καμία από τις καταραμένες λέξεις και εικόνες μέσα.

Κάποτε μπορεί να πάρω και το κοντραμπάσο.