20100108

Τέσσερα

Οι μέρες του 94 είναι το δεύτερο μέρος της τριλογίας των Σελίδων (το πρώτο το είχα γράψει στα 20) στο οποίο υιοθετώ μια λιγότερο παθητική στάση σε σχέση με το θέμα του πρώτου μέρους και παράλληλα αφήνομαι περισσότερο στους συνειρμούς μου. Η μελωδία του στηρίχτηκε σε μια ανταπόκριση της βασικής μελωδίας της εισαγωγής των Σελίδων.

Θυμάμαι ακόμα τη χαρά μου όταν το ολοκλήρωσα μέσα σε ένα λεωφορείο, ήμουν κάπου στα Ιλίσια και ήταν άνοιξη του '99. Νομίζω ότι μέχρι τότε ήταν το πιο όμορφο κομμάτι που είχα γράψει. Η αρχική του εκδοχή ήταν πολύ πιο δυνατή και υπήρχε ένα δίλεπτο ορχηστρικό μέρος στο τέλος -ήταν η μουσική απάντηση σε κάποια ανοιχτά ζητήματα των Σελίδων- με έντονες κιθάρες, περίεργα μετρήματα και παύσεις -ένα τμήμα του ακούγεται στην αρχή των Καπνών (για να γίνει η σύνδεση). Αργότερα, πέρασε από μια μορφή με μόνο μια ακουστική κιθάρα και idm κλικς & ποπς. Όταν όμως έγραψα το τρίτο μέρος των Σελίδων, οι "μέρες" δεν είχαν πρακτικά λόγο ύπαρξης, παρά μόνο για τη νοσταλγία της υπόθεσης κι έτσι άλλαξα την εναρμόνιση της βασικής μελωδίας, στρογγύλεψα τις άκρες, έγραψα μια δεύτερη φωνή και κατέληξαν σε ένα ποπ τραγούδι.

Η δομή κι ενορχήστρωσή του ήταν η πλέον κατάλληλη για να εφαρμόσω όσα είχα διαβάσει περί μίξης. Πραγματικά, το αποτέλεσμα ήταν radio friendly, όλα ακούγονταν τέλεια και γυαλιστερά -αλλά άοσμα. Ξεκίνησα από την αρχή και κάπου εκεί κατάλαβα ότι η δημιουργία δεν τελειώνει σε αυτό που τυπικά ονομάζουμε σύνθεση -κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Πάντα σκεπτόμενος το '94 θα με πιάνει ένα σφίξιμο στο στομάχι. Έγραφα τα πρώτα μου κείμενα, έφυγα απ' το σχολείο, βρήκα νέους φίλους στο Πανεπιστήμιο, άρχισα να πίνω περισσότερο, ήμουν 18, τρελά ερωτευμένος και μάκραινα τα μαλλιά μου.