20160530

ΚΕΝΟΙ ΧΩΡΟΙ revisited

Με αφορμή την επέτειο τριών χρόνων από την κυκλοφορία του άλμπουμ "Κενοί Χώροι":

Μπορεί κάνοντας μια βουτιά στο παρελθόν να ανακαλούμε συγκεκριμένα συμβάντα, γιορτές, χωρισμούς, γεννήσεις, θανάτους, ένα δυνατό πάρτυ ή ένα μεγάλο ταξίδι, αυτό που ο καθένας θεωρεί "σημαντικές στιγμές της ζωής του", γεγονότα που τον καθόρισαν κλπ, αλλά νιώθω ότι μεγαλώνουμε και διαμορφωνόμαστε κυρίως εκείνες τις μέρες που ίσως τώρα να μην τις θυμόμαστε καν, εκείνες τις στιγμές που βιαστικά προσπερνάμε ως αδιάφορες, μάλλον επειδή δεν υπάρχει κάποιος μηχανισμός ή μια τεχνική πληροφορία που να τις ρίχνει σαν άγκυρα μέσα στη μνήμη μας. Είναι οι φαινομενικά άχρωμες μέρες, οι ασήμαντες στιγμές, οι μικρές ώρες, αυτές που ίσως ποτέ δε θα μπορέσουμε να ανακαλέσουμε, εκείνες που οι διεργασίες μέσα μας γίνονται σχεδόν κρυφά: Μια μικρή σκέψη μέσα στο τρένο ή μια πρωτόγνωρη αίσθηση που ξύπνησε μέσα μας όταν συναντήθηκε το βλέμμα μας με κάποιου περαστικού.

Με βάση αυτή την ιδέα, ήθελα να φτιάξω ένα άλμπουμ από τυχαίες στιγμές, από στιγμιότυπα της ζωής μας που με μια πρώτη σκέψη θα πετάγαμε. Μουσικές ιδέες που έμειναν μισοτελειωμένες στο τέλος μιας παλιάς κασέτας, κάποιες πρόχειρες σημειώσεις σε ένα ξεχασμένο τετράδιο, μια ηχογράφηση τόσο κακογραμμένη που δε θα άξιζε να την ξανακούσεις.
Ήθελα να οργανώσω ένα πάρτυ για όλες τις ελάσσωνες περιπτώσεις της ζωής μας, για τους ανθρώπους που θα περάσουν χωρίς να γραφτεί το όνομά τους πουθενά, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν έζησαν κι αυτοί τις έντονες ιστορίες τους, δεν αγαπήθηκαν ή δεν πληγώθηκαν.
Να φτιαχτεί ένας χώρος όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν ανά πάσα στιγμή, με στοιχεία που δε θα σκεφτόσουν καν ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος ενός δίσκου, όλα συνδεδεμένα με έναν αόρατο νοηματικό σκελετό.


Συγκέντρωσα ηχογραφήσεις των τελευταίων 25 χρόνων, από τη μέρα που πήρα την πρώτη μου κιθάρα και σκάλισα στα τυφλά τις χορδές (Χελ & Κάξι), συνομιλίες με παλιούς μου συμμαθητές (ΣΑΨΗ), αποσπάσματα από τσακωμούς στον δρόμο (Βαριετέ), τζαμαρίσματα με φίλους που χάθηκαν, τραγούδια που είτε έγραψα κολυμπώντας (Απόσταση), είτε γράφτηκαν και ηχογραφήθηκαν μέσα σε ένα τέταρτο (Υγρό), ο πρώτος ήχος που έφτιαξα σε υπολογιστή παρέα με την τελευταία σημείωση που κράτησα για ένα νέο κομμάτι (Σόνιξ), μια μικρή σημείωση με πρόχειρους στίχους (Κάτω απ τα χέρια σου), ένα κειμενάκι απ' το 98 που θυμήθηκα ακούγοντας μια λούπα (Πεταλούδα), αποσπάσματα από έναν Ονειροκρίτη που διάβασα μέσα σε ένα παλιό σπίτι (Ορεινό Όνειρο Κρήτης), ένα τραγούδι που είχα ακούσει κάποτε στο "Σουσάμι Άνοιξε" (Το πρόγραμμα), μια δοκιμή που έκανα όταν κάποτε πρωτοέβαλα εφέ στην κλασική μου κιθάρα (τον Ιούλιο), όλα ηχογραφημένα σε διάφορα σπίτια -πολύ πρόχειρα, μέτρησα γύρω στα 15- από το Χουδέτσι στην Κρήτη μέχρι τη Θεσσαλονική κι από τα Άσπρα Σπίτια μέχρι το Λονδίνο, αλλά κυρίως σε διάφορες συνοικίες από κάθε γωνιά του Λεκανοπεδίου.


Στο εξώφυλλο του δίσκου υπήρχε μια φωτογραφία που είχε πάρει πολύ φως, οπότε και κανείς ποτέ δεν είχε δει τι απεικόνιζε, αλλά παρέμενε σε κάποιο συρτάρι στο πατρικό μου, περισσότερο επειδή κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να κάνει κάποια στιγμή ένα ξεκαθάρισμα.
Τις μέρες που δούλευα το άλμπουμ, βρήκα τη φωτογραφία αυτή κι από περιέργεια τη σκάναρα και προσπάθησα κάπως να την αποκαταστήσω. Ήταν τραβηγμένη λίγες μέρες αφού γεννήθηκα, με δανεική φωτογραφική μηχανή. Και κάπως έτσι φανερώθηκαν οι φιγούρες που κρύβονταν για 35 χρόνια:
Η μητέρα μου, νέα, να μου κρατάει το χέρι, καθώς με έχει αγκαλιά ο πιο σημαντικός άνθρωπος που γνώρισα μικρός και που δυστυχώς έφυγε όταν ήμουν ακόμα παιδί.