interviews


συνεντεύξεις και κείμενα

live review / avopolis / Απρίλιος '15
live review / mic.gr / Απρίλιος '15
συνέντευξη / ΓΚΡΕΚΑ / Μάρτιος '15
συνέντευξη / lifo / Απρίλιος '14
συνέντευξη / avopolis.gr / Ιούλιος '13
συνέντευξη / facebook / Ιούλιος '13
συνέντευξη / musicpaper.gr / Ιούλιος '13 
συνέντευξη / avopolis / Μάιος '12
ραδιοφωνική εκπομπή / στο κόκκινο 105.5 / Ιανουάριος '12
κείμενο: 10 δρόμοι που γυρίζουν / mic.gr / Νοέμβριος '11

συνέντευξη / lifo / Φεβρουάριος '11
ραδιοφωνική εκπομπή / radiobubble / Ιούνιος '10
συνέντευξη / lifo / Μάιος '10
συνέντευξη / περιοδικό "σινεμά" / Φεβρουάριος '10
ραδιοφωνική εκπομπή / cooradio / Φεβρουάριος '10



live review από τον Στυλιανό Τζιρίτα / Avopolis / Απρίλιος '15

Ktirianx_frontpage

Οκτώ ορόφους πάνω από την Κάνιγγος. Με το φως να σιγοσβήνει πίσω από τον άνθρωπο-επίκεντρο της βραδιάς/απογεύματος, καθώς ξεδίπλωνε τα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη που είχε τοποθετήσει σε μουσική διάσταση, στον δίσκο που εκείνη την ημέρα πρωτοπαρουσιάστηκε μπροστά μας.
Ktirianx_2Άνθρωποι και από τα δύο φύλα καθήμενοι στο πάτωμα ή όρθιοι, οι οποίοι πρόσεχαν αυτό που άκουγαν: από τις πλέον άριστες συναυλίες που έχω παρακολουθήσει τον τελευταίο καιρό. Δεν οφειλόταν μόνο στο υλικό, ούτε μόνο στην καίρια επιλογή του χώρου, που μας επέτρεπε να βλέπουμε τον Λυκαβηττό να φεγγοβολά μέσα στη νύχτα απαλά, καθώς άναβαν τα φώτα στον Αη-Γιώργη που τον δαφνοστεφανώνει. Ούτε και οφειλόταν μόνο στο ότι όσοι βρέθηκαν στο Pseudon ήξεραν επακριβώς τι θα δουν –δεν πήγαν δηλαδή για δημόσιες σχέσεις και κουβεντολόι. Οφειλόταν ασφαλώς και σε όλα αυτά, αλλά κυρίως στον ίδιο τον Κτιριάρχη· ο οποίος έφτιαξε ένα στενό πλέγμα ήχου μόνο με την ακουστική του κιθάρα και με μερικά κουτιά παραμόρφωσης (που σε καμία περίπτωση δεν είχαν το πάνω χέρι), διαμορφώνοντας και ορίζοντας πώς θα τραβήξει η παρουσίαση του δίσκου Σαχτούρης
Μπορεί να φαίνεται απλή η κατασκευή του κώδικα, αλλά τα πράγματα είναι διαφορετικά. 
Ktirianx_3
Ο Κτίρια Τη Νύχτα έπλεξε έναν σκελετό μεταξύ των τραγουδιών που δεν επέτρεπε πολλά στον ακροατή –μήτε να χειροκροτήσει, μήτε να κινηθεί άτσαλα ή ασυλλόγιστα στον χώρο, χωρίς ευθύνη για τον παραμικρό θόρυβο που θα παρήγαγε και θα έσπαγε τη ροή. Αισθανόσουν μεν απόλυτα ελεύθερος, μιας και όλοι είχαν απόλυτα χαλαρή λογική στο πώς βρίσκονταν στο Pseudon (τρανή απόδειξη, οι πολυποίκιλοι και τελείως διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους έβλεπα να κάθονται οι θεατές), αλλά και απόλυτα υπεύθυνος την ίδια στιγμή: απέναντι στον καλλιτέχνη, στους υπόλοιπους θεατές, στη σωστή διεξαγωγή του live. Άψογο το λέω εγώ κάτι τέτοιο, πραγματικά. 
Ktirianx_4
Ο Κτίρια Τη Νύχτα επέλεξε να παραμείνει σιωπηλός ανάμεσα στα τραγούδια (εκτός ολίγων φράσεων), ολότελα ανεπιτήδευτος και απόλυτα προσηλωμένος στον σκοπό του. Η συναυλία δεν βασίστηκε βέβαια μόνο στο(ν) Σαχτούρη, καθώς στο δεύτερο σκέλος ο Κτιριάρχης κινήθηκε και σε παλαιότερες συνθέσεις, αλλά και σε διασκευές –μέχρι και το "Leave A Light On" της θεάρας Belinda Carlisle ακούσαμε (ήταν και το μοναδικό αγγλόφωνο της βραδιάς). Προς το τέλος τα ηνία πήρε πιο πολύ ο ήχος παρά ο λόγος και παρατέθηκε κι ένα απόλυτα ελεγχόμενο μα έξυπνο concrète με διακριτική επιρροή από Ραδιοκέφαλους, το οποίο και ισορρόπησε ιδανικά τον χείμαρρο λόγου που ακούσαμε στη δίωρη διάρκεια της θαυμάσιας αυτής συναυλίας. 
Ktirianx_5
Εύγε, διότι σπάνια βλέπουμε τόσο ζυγιασμένες παρουσίες επί σκηνής. Κι ένα επιπλέον εύγε που δεν πρέπει να ξεφύγει επ' ουδενί από το λογισμικό αυτής της αποτίμησης αξίζει στον Άγγελο Κυρίου, ο οποίος είχε τη γενικότερη επιμέλεια της κυριακάτικης μαεστρίας στο Pseudon.

live review από τον Αντώνη Ξαγά / mic.gr / Απρίλιος '15

(Πολύ ψηλά) κτίρια τη νύχτα, ακόμη όμως δεν έχει νυχτώσει καλά, είναι ένα μουντό κυριακάτικο απόγεμα, πρώτη μέρα με την καινούργια θερινή ώρα, "δεκατρείς όροφους πάνω απ' τη γη, φόβοι και ψίθυροι για ανώμαλη προσγείωση", το ασανσέρ αγκομαχά στο ανέβασμα, "αμηχανία, πανικός κι υψοφοβία", όχι όμως, ούτε πάρτυ (πόσο μάλλον ...άτυχο) έχουμε εδώ ούτε η μουσική είναι σκάρτη...Έχει κάτι το συγκινητικό τούτη η μάζωξη, μοιάζει με κρυφή συνάντηση ενός ύποπτου πυρήνα, ενός που εξυφαίνει μια συνομωσία αισθητική σε μια πόλη αδιάφορη, αναρωτιέμαι αν κάπου εδώ τριγύρω, στο κτίριο απέναντι ίσως (όπως σε εκείνη την παλιά ταινία), υπάρχει ένα "λαθραίο" μάτι το οποίο να αναρωτιέται τι να συμβαίνει εκεί πάνω, τι γυρεύει ένα φως αναμμένο τέτοια ώρα εκεί, στον όγδοο όροφο, μπορεί να μην βλέπει και καλά, "τι γυρεύει το αγόρι στο σκοτάδι της καρέκλας", κιθάρα να είναι αυτό που κρατάει; Ναι, καρέκλα είναι αυτή (και ουχί ...έντεχνο σκαμπό) και πράγματι κιθάρα, αυτό που δεν μπορεί σίγουρα να δει είναι τα κουτάκια της παραμόρφωσης τοποθετημένα τακτικά και φρόνιμα σε ημικύκλιο. Μπορεί όμως να είναι και μια φοιτητική σύναξη, το παιδί που έχει μόλις μάθει να παίζει κιθάρα έχει φωνάξει την παρέα του απόψε, να τους παρουσιάσει τα τραγούδια που με κόπο σκάλισε στις χορδές.
Το παιδί στην πραγματικότητα έχει αφήσει πίσω του τα φοιτητικά χρόνια, πάνε χρόνια που την ψάχνει στη μουσική, έχει πίσω του μια πορεία αισθητικής συνέχειας και συνέπειας (ουχί όμως εμμονής), έχει και 3-4 δίσκους αν μετρώ καλά, ο καινούργιος μας περιμένει απλωμένος στον πάγκο παραδίπλα, σε 70 μοναδικά φτιαγμένα στο χέρι αντίτυπα, κι εδώ τώρα παλεύει με τον λόγο του Σαχτούρη, εσχάτως έχω ακούσει πολύ Σαχτούρη με πολλούς και διάφορους τρόπους, κι απόψε είναι πάλι διαφορετικός, ο λόγος είναι σε πρώτο πλάνο, βασανισμένο το μέλος για να ταιριάξει μαζί του, λιτές και απογυμνωμένες οι μελωδίες, μικρές ασκήσεις, του λεπτού, του δίλεπτου, παρουσιάζονται χωρίς ανάσα, χωρίς διακοπή... Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είμαστε και σε ποιητική βραδιά...

Λόγια, κι άλλα λόγια, η Αρλέτα στην Πλατεία Αμερικής, η Μαριανίνα Κριεζή και τα στιχάκια της, ακόμη κι αν δεν παρακολουθείς στίχο το στίχο, κάπου πιάνεσαι από μια λέξη, κάτι θυμάσαι, η μνήμη μπαίνει σε στροβίλους συνειρμών, και αφήνεσαι, και αφήνεις το βλέμμα να πλανηθεί στα κτίρια, μούχρωμα, το σκοτάδι έχει απλωθεί πλέον πάνω στην πόλη, ένα φως ανάβει, κάθε φως και μια ιστορία μου αρέσει να σκέφτομαι έτσι όπως κοιτώ από ψηλά και μοιάζει η πόλη ζωγραφιά, και κάθε σβησμένο φως όμως είναι κι αυτό μια ιστορία, στα κτίρια εδώ δεν μένει κανείς τέτοια μέρα, έχουν απομείνει να στέκουν με τα μάτια κλειστά, με παράθυρα να μοιάζουν με χαίνουσες σκοτεινές πληγές, φτου, είναι να μη σε πιάνει το "ποιητικό" τέτοιες ώρες... Είναι που έχουν μια παράξενη μοναξιά τα μέρη τα οποία την ημέρα σφύζουν και το βράδυ ερημώνουν... Κι εδώ σιγά-σιγά όλα τελειώνουν, η βραδιά κλείνει με τον ήχο της κιθάρας εγκλωβισμένο και παραμορφωμένο μέσα από τα εφέ...Το ατελείωτο κατέβασμα από τις σκάλες μας φέρνει σε κλειστά γραφεία, με μυρωδιά κλεισούρας, σκορπισμένα πατημένα φυλλάδια από διαφημιστικά ντελίβερυ που ποτέ δεν θα χρησιμοποιηθούν, κάπου πιο κάτω υπάρχει κι ένας Σύλλογος ...Φίλων της Ελληνικής Αστυνομίας, βγαίνουμε έξω στην Κάνιγγος και είναι Κυριακή βράδυ, έχει νυχτώσει για τα καλά και ξημερώνει μια "δύσκολη Δευτέρα". Όλες οι Δευτέρες είναι δύσκολες...

συνέντευξη στον Διονύση Ανεμογιάννη / ΓΚΡΕΚΑ / Μάρτιος '15

Ο Κτίρια τη Νύχτα μεγαλώνοντας πετάει πράγματα. Πετάει τις άχρηστες συγχορδίες,  πετάει τους μείκτες, τους ενισχυτές και τα μικρόφωνα. Πετάει κάθε τι περιττό σε μια διαδικασία αναζήτησης της ουσίας. Στο τέλος αυτής, με λίγα απογυμνωμένα κομμάτια στα χέρια του, προσφέρει στο ακροατήριό το απόσταγμα ενός δουλεμένου ήχου, σαν αληθινός χειρώνακτας. Λίγο πριν την παρουσίαση του νέου του δίσκου, που όπως μας είπε, θέλει να την κάνει ακουστικά, χωρίς μικρόφωνο, τον συναντήσαμε στα Εξάρχεια, κάναμε μαζί του μια μεγάλη βόλτα και καταλήξαμε στο διαμέρισμά του, όπου σχεδίασε στο χέρι τα εξώφυλλα από το νέο του CD.  Ο νέος του δίσκος ανθολογεί μουσικά 22 ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη.

«Όταν γράφεις εσύ τους στίχους και τη μουσική στα κομμάτια σου, έχεις μια ελευθερία που μπορεί να σε χαώσει. Η απειρία επιλογών σε οδηγεί σε αυτό που έλεγε ο Σαββόπουλος, ότι ‘μου φέρνουν ζάλη οι συγχορδίες και ημικρανία οι ομοιοκαταληξίες’. Γι’ αυτό και η μελοποίηση των ποιημάτων του Σαχτούρη ήταν για μένα κάτι πολύ ανακουφιστικό, σαν θεραπεία, αφού δεν είχα ‘το δικαίωμα’ να πειράξω ούτε λέξη του κειμένου. Κάθε ποίημα έχει τον δικό του ρυθμό, τους χρωματισμούς του. Κι αν διαβάσεις την ποίηση σε πολυτονικό, με μακρές και βραχείες συλλαβές, μπορείς να καταλάβεις ακόμα καλύτερα τον εσωτερικό ρυθμό του κειμένου. Κάπως έτσι μελοποίησα τον Σαχτούρη, λαμβάνοντας υπόψη κάθε λέξη του και σημείο στίξης. Αυτός είναι και ο λόγος που μου αρέσει ο «Καρυωτάκης και το «Σαμποτάζ» της Πλάτωνος. Δεν μου αρέσουν οι μελοποιήσεις που ξεκοιλιάζονται τα ποιήματα για να πάρουν το καλούπι του τραγουδιού, να γίνουν κουπλέ-ρεφρέν».

«Μεγαλώσαμε με την εικόνα των ποιητών να βγάζει κάτι σοβαροφανές, που το έβλεπες απ’ τις συνεντεύξεις τους μέχρι τις απαγγελίες που έκαναν οι ίδιοι στα ποιήματά τους. Δεν την πάλευα που τους άκουγα να τα διαβάζουν με τέτοιο στόμφο. Όταν, όμως, άκουσα τον Σαχτούρη μού φάνηκε διαφορετικός, είχε ένα προσωπικό υπερρεαλιστικό σύμπαν. Μου άρεσε που οι λέξεις του, ακόμα και στα πρώτα του ποιήματα, δεν παρέπεμπαν σε λεξιλόγιο μιας άλλης εποχής, ήταν σύγχρονες ή μάλλον άχρονες».

«Στον δίσκο του Σαχτούρη, χρησιμοποίησα μόνο κλασική και ακουστική κιθάρα. Αυτό ίσως παλιότερα να μην το τολμούσα, γιατί υπάρχει η αντίληψη ότι ‘ακουστικά όργανα συν ελληνικός στίχος ίσον έντεχνο’. Σκατά δηλαδή. Όταν πρωτοξεκινάει κάποιος, ίσως ασυνείδητα σνομπάρει κάποια ‘βεβαρυμμένα’ μουσικά σχήματα για να μην ταυτιστεί με αυτά, αλλά και για να βρει τον δικό του ήχο. Για μένα, πλέον, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να βγάλω κάτι, χωρίς να με ενδιαφέρουν αυτοί οι παραλληλισμοί. Το έκανα κιόλας επειδή θέλω σε κάθε άλμπουμ να φτιάχνω κάτι διαφορετικό».

Με αφορμή το ποίημα ‘ο Στρατιώτης Ποιητής’ του Σαχτούρη, συζητήσαμε με τον Κτίρια τη Νύχτα, για τις ευθύνες του μουσικού σήμερα. «Προσωπικά, έχω αυτή την αίσθηση ευθύνης που αποδίδει ο Σαχτούρης στον καλλιτέχνη, ως κάποιος που μπορεί να παράξει κάτι απτό και να το προσφέρει στον κόσμο, όπως ακριβώς ο φούρναρης φτιάχνει ψωμί. Πολλές φορές, μου δίνει δύναμη για να ανέβω στη σκηνή αυτή η σκέψη, ότι τα τραγούδια μου είναι κάτι που μπορεί να παραχθεί μόνο από μένα κι ίσως υπάρχουν άνθρωποι που τα περιμένουν, όπως κάποιος θέλει ένα ψωμί φτιαγμένο με συγκεκριμένη συνταγή. Ήταν μια εποχή, που δεν δημοσίευα κομμάτια μου, γιατί έβλεπα πόση πληροφορία υπήρχε και δεν ήθελα να συνεισφέρω κι εγώ στο χάος. Όμως, κάποια στιγμή, μια φίλη μου είπε ότι είμαι ‘σνομπ’, επειδή κρατάω τα κομμάτια για τον εαυτό μου. Κι έτσι, μάζεψα όσα είχα και τα ανέβασα -αυτό ήταν το άλμπουμ “loop loop”. Βλέποντας ότι υπήρχε πολύς κόσμος που του άρεσε, σκέφτηκα ότι εφόσον φτιάχνω κάτι που μπορεί να κάνει καλό σε κάποιους, γιατί να μην το μοιράζομαι. Οπότε, όλο αυτό έχει και ευθύνη, αλλά μου δίνει και ενέργεια να συνεχίσω να φροντίζω ό,τι φτιάχνω».

«Είναι δεδομένο ότι έχει αλλάξει ο τρόπος που ακούμε μουσική. Ακούμε πιο γρήγορα, ακούμε πιο πολλή μουσική. Δεν είμαι από τους νοσταλγούς των βινυλίων και των κασετών. Σίγουρα, η όψη τους και μόνο σε πάει σε παλαιότερες εποχές, που μπορεί κάποιοι να τις εξιδανικεύουν, αλλά η αλήθεια είναι πως, ποτέ δεν γούσταρα που μετά από εκατό φορές η κασέτα άρχιζε να μπουκώνει, ή όταν τη μάσαγε το κασετόφωνο ή κοβόταν το κομμάτι στο τέλος της πλευράς».

«Κάτι άλλο που έχει αλλάξει με τα χρόνια είναι η αίσθηση που αποκομίζουμε από τα live. Θυμάμαι τα πρώτα που πήγα, στους RAMONES και στις ΤΡΥΠΕΣ, αρχές 90s. Για χρόνια ένιωθα ότι ήταν τα καλύτερα live που είδα ποτέ. Έτυχε πρόσφατα να δω στο YouTube ένα live από ΤΡΥΠΕΣ από τότε και συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν τελικά περισσότερο συγκλονιστικό από πολλά που γίνονται και σήμερα. Ίσως το ένιωθα αυτό επειδή τότε τα live γίνονταν πιο σπάνια κι αυτή η δίψα έκανε πιο έντονη την εμπειρία και σου έδινε την αίσθηση του κοινού βιώματος με τους άλλους ακροατές. Σήμερα νιώθω ότι τα live, ακόμα και σε ένα κατάμεστο μέρος, είναι μια μοναχική ακρόαση. Δεν μοιράζεσαι κάτι με τον δίπλα σου. Ίσως αυτό να είναι απόρροια στο ότι γενικά έχει αλλάξει ο τρόπος που έρχεσαι σε επαφή με τον άλλο. Ας πούμε, παλιά έβγαινες και φλέρταρες με έναν παντελώς άγνωστο, ενώ σήμερα αυτό μπορεί να φαίνεται λίγο περίεργο, πρέπει να είστε πρώτα φίλοι στο facebook ή να έχετε κοινούς φίλους εκεί».

 «Ο Σαχτούρης έχει στα ποιήματα σκληρές εικόνες πολέμου. Η δικιά μου γενιά στην Ελλάδα είναι τυχερή που δεν έχει τέτοια βιώματα. Βέβαια, ο ‘πόλεμος’, με την έννοια της σύγκρουσης, υπάρχει παντού γύρω μας. Τον βλέπεις ακόμα και στα social media, όπου ο καθένας είναι έτοιμος να επιτεθεί στον άλλο, να πάρει θέση σε στρατόπεδα. Όμως, αυτή η συσπείρωση δεν έχει κάτι στιβαρό, διότι την ταυτότητά σου πρέπει να τη βρίσκεις με βάση αυτό που πιστεύεις κι όχι με βάση το ποιον έχεις κάθε φορά απέναντί σου. Βλέπω ανθρώπους να καταναλώνουν τόση ενέργεια για να πουν ή να προβάλλουν κάτι κακό και σκέφτομαι, γιατί να μην την επενδύσεις στο να ανακαλύψεις ή να προτείνεις κάτι καλό; Εξάλλου, είναι τόσο σκατά τα πράγματα γύρω μας, που είναι πολύ εύκολο να βρεις με κάποιον κοινά στοιχεία στο τι σε ενοχλεί και κάπως έτσι να νιώθεις πως κάτι σε ενώνει με αυτόν. Αλλά η επαφή αυτή είναι επιδερμική. Αυτό που κάνει πιο ισχυρούς τους δεσμούς μεταξύ μας είναι αυτά που μας αρέσουν στη ζωή. Είναι ωραίο να βρίσκεις τι μας ενώνει σαν ανθρώπους και να κάνεις την ζωή του άλλου πιο εύκολη. Όσο μεγαλώνω, αυτό σκέφτομαι. Ν’ αφήνω τα περιττά και να κοιτάω να βρω τους ανθρώπους».

συνέντευξη στη Μαρία Παππά / Lifo / Απρίλιος '14

«Κατεβαίνουμε πιο κάτω απ’ τα σκαλιά του Υπογείου. Ακούμε όλοι το τραγούδι, φυσάμε όλοι τον καπνό και καταπίνουμε ιδρώτα». Στίχοι από το κομμάτι «Καλλιδρομίου» που βρίσκεται στο τελευταίο άλμπουμ του Κτίρια τη Νύχτα που έχει τίτλο «Κενοί Χώροι». Οικείες εικόνες για όποιον έχει παρευρεθεί στο γνωστό στέκι των Εξαρχείων όπου γίνονται εναλλακτικές συναυλίες κάθε τόσο. Κάπως έτσι έχουμε γνωριστεί με τον «Κτίρια», χωρίς να έχουμε μιλήσει ποτέ ουσιαστικά, από διάφορες συναυλίες στο κέντρο της πόλης. Συναντιόμαστε στα Εξάρχεια. Ο Κτίρια τη Νύχτα δεν θέλει να αναφέρεται με το κανονικό του όνομα στις συνεντεύξεις, θεωρεί ότι είναι περιττές πληροφορίες. «Δεν λέω το πραγματικό μου όνομα ή τι δουλειά κάνω, επειδή νομίζω πως οι προσωπικές ερωτήσεις έχουν νόημα όταν κάποιος είναι ήδη γνωστός. Να έχεις δει, να έχεις ακούσει, να έχεις διαβάσει το έργο του και να λες “τι κάνει αυτός; Πώς έχει μεγαλώσει; Τι έχει ζήσει;”. Ενώ, όταν σου δίνουν τέτοιες λεπτομέρειες για κάποιον που δεν τον ξέρουν πολλοί, είναι σαν να προσπαθούν να σε πείσουν για τη σπουδαιότητά του. Διάλεξα ένα άλλο όνομα απ’ το δικό μου, που είναι κάπως πιο φλου, επειδή είχα φρικάρει με τη μεγάλη προβολή που είχαν κάποιοι μουσικοί χωρίς να έχει ακουστεί καν η μουσική τους κι εγώ ήθελα πιο πολύ να ακούει ο κόσμος αυτά που κάνω, παρά να μαθαίνει για μένα. Να εστιάζει στη μουσική».
Φτιάχνει τραγούδια από τη δεκαετία του ’90, αλλά το πρώτο του άλμπουμ, το «ΩΕΜ και η Λαίμαργη Αγάπη / οι υποθέσεις του Πέμπτου κόσμου», το κυκλοφόρησε μόνος του, το 2010. Ακολούθησε το «Σημειώσεις Άλυτων Θεμάτων» το 2011. Το «Κενοί Χώροι» είναι η τελευταία του δουλειά. Ένας όμορφος δίσκος, γεμάτος φρέσκες ιδέες αλλά και μια υπόγεια, νοσταλγική διάθεση. Μιλάει γι’ αυτόν με ενθουσιασμό και γυρνάει πολλά χρόνια πίσω στο παρελθόν.
«Από το δημοτικό, τη δεκαετία του ’80, ηχογραφούσα, συνήθως κρυφά, φίλους και συγγενείς και μετά καθόμουν και τους άκουγα, απομόνωνα φράσεις, τις ένωνα μεταξύ τους. Είχε μια μαγεία αυτό, το ότι σε τυχαίες συνομιλίες μπορούσες να ανακαλύψεις έναν κόσμο κρυμμένο, με ρυθμούς και μελωδίες. Νομίζω ότι κάπου εκεί υπάρχει ο σπόρος των “Κενών Χώρων”. Αργότερα, στο γυμνάσιο, τον Μάρτιο του ’91, πήρα την πρώτη μου κιθάρα από ένα μαγαζί στην πλατεία Βάθης. Γύρισα σπίτι, έβαλα τυχαία τα δάχτυλα στις χορδές κι έγραψα κάτι. Αυτή η ηχογράφηση ακούγεται στην αρχή του δίσκου. Όλος ο δίσκος είναι ένα κολάζ από στιγμές που κάποιοι θα τις έλεγαν αδιάφορες, αλλά εκεί υπάρχουν οι ζωές μας – δεν είναι μόνο στις γιορτές, στις επετείους και στα δυσάρεστα συμβάντα. Εξελισσόμαστε –ίσως κυρίως– αυτές τις μέρες, τις μουντές, που λες ότι δεν συμβαίνει τίποτε απολύτως, αυτές που θα ξεχάσεις την επομένη. Κι όμως, αυτές καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Δίνω μεγάλη σημασία σε όλα αυτά τα φαινομενικά ασήμαντα γεγονότα. Όσο κι αν η ζωή μας καθορίζεται από τις πράξεις μας, παίζουν κι αυτά σημαντικό ρόλο, μεγαλύτερο απ’ όσο πιστεύουμε. Στους “Κενούς Χώρους” είναι σαν να έχω συλλέξει φωτογραφίες από τυχαίες στιγμές, από σκέψεις περαστικές. Υπάρχουν τραγούδια που προέκυψαν μέσα σε δύο λεπτά ή κάποιες ιδέες που απλώς έτυχε να διασωθούν. Ακόμα και το εξώφυλλο ήταν μια σχεδόν καμένη φωτογραφία που για 35 χρόνια δεν φαίνονταν οι μορφές που απεικόνιζε. Έπαιξα, δηλαδή, με το πώς μπορείς να χρησιμοποιήσεις κάτι που υπάρχει για άλλον λόγο».

Ο «Κτίρια» ακούγεται πολύ διαφορετικός από τις προηγούμενες δουλειές του, χωρίς όμως να έχει αποτινάξει από πάνω τα στοιχεία που τον κάνουν να ξεχωρίζει ως μουσικό. Σαν να έχει χτίσει γύρω από τους «Κενούς Χώρους» τη γενική φιλοσοφία που έχει για τη ζωή.
«Η εικόνα που πιστεύεις ότι έχουν οι άλλοι για σένα καμιά φορά σε εγκλωβίζει. Είναι πολύ εύκολο να επηρεαστείς απ’ τη γνώμη των άλλων και να αρχίσεις να επαναλαμβάνεις τον εαυτό σου για να μη δυσαρεστηθεί κανείς. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο στη μουσική, μιλάω και για τις ανθρώπινες σχέσεις γενικότερα. Γνωρίζεσαι με κάποιον, εσύ μετά εξελίσσεσαι, αλλά ο άλλος μπορεί να μη θέλει –ή να μην μπορεί– να δει αυτή την αλλαγή. Αυτό ανέκαθεν με έπνιγε στις σχέσεις. Κάπως έτσι, ήθελα να δω αν θα μπορούσα να κάνω κάτι χωρίς να σκέφτομαι την εικόνα που έχουν οι άλλοι για μένα, με το ίδιο όνομα όμως, χωρίς δηλαδή να ξανασυστηθώ και χωρίς να πηγαίνω κόντρα σε αυτή για να αποδείξω κάτι στον εαυτό μου, επειδή κι αυτό είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Ήθελα απλώς να καταφέρω να συγκεντρωθώ σε αυτό που έχω μέσα μου, αδιαφορώντας για τους γύρω. Νιώθω ότι αυτό το κατάφερα με τους “Κενούς Χώρους”. Δεν ξέρω αν ανήκω σε μια underground σκηνή αν υπάρχει κάτι τέτοιο, επειδή δεν ξέρω πώς να το ορίσω. Σχετικά είναι αυτά, ανάλογα με τον μικρόκοσμο στον οποίο εστιάζουμε. Πάντως, κάνω έναν διαχωρισμό με βάση τη στάση που κρατάει ο καθένας: υπάρχουν μουσικοί που θέλουν να νιώθουν “underground” επειδή εξισώνουν τη μικρή απήχηση με μια κάποια “αυθεντικότητα”. Αυτό είναι κάπως αυτιστικό. Εγώ δεν το θέλω σε καμία περίπτωση – πιστεύω ότι αυτά που κάνω αφορούν περισσότερο κόσμο. Το ζήτημα, βέβαια, είναι πώς το χειρίζεσαι όλο αυτό. Στην Ελλάδα είμαστε μικρή αγορά κι έχει αναπτυχθεί κυρίως το σύστημα προώθησης mainstream πραγμάτων. Κι όταν ακούνε τα δικά μου, λένε ότι είναι “περίεργα” ή “δύσκολα”. Δεν τα νιώθω καθόλου έτσι. Και δεν έχω και καμία πρόθεση να προκαλέσω ή να φτιάξω κάτι δυσνόητο. Είναι πολύ απλή η μουσική μου, αρκεί κάποιος να της δώσει χρόνο, και φυσικά να μην έχει εθιστεί στον ραδιοφωνικό πολτό. 
Βλέπω συνέχεια ταινίες. Νιώθω περισσότερο συγγενής με τους σκηνοθέτες παρά με τους μουσικούς. Και νομίζω, ακόμα περισσότερο με τους μοντέρ. Δεν μπορώ να πω τι ακριβώς παίζω, δεν τα πάω καλά με τα είδη. Όταν με ρωτάνε, λέω ότι γράφω τραγούδια με ελληνικό στίχο. Κι αυτό συμπτωματικά προέκυψε: σκάλιζα μελωδίες στην κιθάρα από τις αρχές των 90s, κάπου το ’94 έγραψα τα πρώτα μου κείμενα, αλλά μέχρι το ’96 αυτά ήταν δύο ξεχωριστοί κόσμοι. Τότε, κάπως έγινε και μπήκε η μουσική μέσα σε ένα κείμενο και μετά αυτό μέσα στη μουσική. Από τότε, άλλες φορές γράφονται όλα μαζί, κάποιες άλλες ένα από τα δύο θα προηγηθεί. Με τους “Κενούς Χώρους” νιώθω ότι έκλεισα κάθε πιθανό συνδυασμό, χρησιμοποίησα δεκάδες ηχητικές πηγές κι ασχολήθηκα με πολλές διαφορετικές τεχνικές ηχογράφησης. Ένα παιχνίδι είναι αυτό, και ίσως κάποια μέρα σε βγάλει σε νέα μονοπάτια που δεν έχεις καν φανταστεί. Αν δεν το κάνουμε αυτό, αν δεν παίξουμε, ποιο το νόημα;

Είμαι ευτυχής που γράφω τραγούδια. Απ’ όλες τις εκφάνσεις και τα ιδιώματα της μουσικής, το τραγούδι είναι αυτό που με συγκλονίζει περισσότερο. Είναι σαν να καταπίνεις ένα χάπι που σου σκάει ταυτόχρονα στον εγκέφαλο, στην καρδιά και στο σώμα. Όταν γράφω, προσπαθώ αυτό το χάπι να το κάνω κάθε φορά όσο πιο συμπυκνωμένο γίνεται, να φτάσω όσο πιο βαθιά γίνεται στον πυρήνα του. Δυσκολεύομαι να αναφέρω αγαπημένα τραγούδια, ταινίες, φαγητά και απεχθάνομαι τις λίστες. Δεν μπορώ να τετραγωνίσω αυτό που νιώθω. Έχω ξεκινήσει μια στήλη στο Facebook που λέγεται “κτιριακά θεμέλια”, όπου αναφέρομαι σε τραγούδια ή δίσκους που νιώθω ότι κάπως με έχουν επηρεάσει. Έχει πλάκα, επειδή πολλές φορές αναφέρομαι και σε πράγματα που δεν μου αρέσουν πια, είναι κάπως σαν ψυχανάλυση. Επίσης, έχω έναν ιντερνετικό σταθμό, τα Ραδιοκτίρια, που εκπέμπει κάπου-κάπου. Η πιο πρόσφατη εκπομπή, που αφορούσε τα demo και τα outtakes των “Κενών Χώρων”, κράτησε 6 ώρες non-stop». 
«Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου;» Έχω περίπου 25 μελοποιημένα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη, τα οποία ηχογραφώ αυτό τον καιρό. Μετά, σειρά για ηχογράφηση έχει ο νέος μου δίσκος, ο χειμερινός, όπως τον λέω. Το «ΩΕΜ» ήταν ο φθινοπωρινός, οι «Σημειώσεις» ο ανοιξιάτικος και οι «Κενοί Χώροι» ο καλοκαιρινός.

συνέντευξη στον Βαγγέλη Πούλιο / avopolis.gr / Ιούλιος '13

Το τμήμα «Κενός Χώρος» του site σου λειτουργεί κάπως σαν χώρος ηλεκτρονικού ημερολογίου. Θα ήταν ακριβές να υποθέταμε ότι αντιστοίχως λειτουργεί και η μουσική σου –ως ημερολόγιο σε νότες;

Δεν γράφω τραγούδια με τη λογική του ρεπορτάζ ή της ημερολογιακής καταγραφής, όμως υπάρχουν μέσα σε αυτά λέξεις και φράσεις που με κάνουν να ανακαλώ στη μνήμη συγκεκριμένα πράγματα. Επίσης, καθ’ όλη την πορεία ενός κομματιού, απ’ τη στιγμή που θα το γράψω μέχρι να το ηχογραφήσω, συγκεντρώνονται μέσα του στιγμιότυπα, σκέψεις και περιστατικά, τα οποία μου σκάνε με τις ακροάσεις. Οπότε, σε δεύτερο επίπεδο, τα τραγούδια μου λειτουργούν και σαν ένα κωδικοποιημένο προσωπικό ημερολόγιο.

Λες σε ένα σημείο (αρκετά παλαιότερο) αυτού του ηλεκτρονικού σου ημερολογίου: «Πλέον οτιδήποτε φέρεται μόνον ως έκφραση απώλειας, μου προκαλεί ανία». Κι ο εγχώριος μύθος που συντηρούμε για «καταραμένους ποιητές»;

Η λέξη-κλειδί στην παραπάνω φράση είναι το «μόνον». Μπορεί η απώλεια να σε ωθεί να την εκφράσεις, αλλά μόνο η παράθεσή της δεν έχει νόημα. Το ζήτημα έγκειται στο πώς τη διαχειρίζεται κανείς και πώς τη μετασχηματίζει. Ειδάλλως, παραμένει ένας αυτάρεσκος αυτισμός. Όσο για τον μύθο των «καταραμένων ποιητών», καταλαβαίνω ότι κάποιοι γοητεύονται στη σκέψη ενός ασυμβίβαστου τρόπου ζωής, ο οποίος φαίνεται ότι έχει κάτι το απόκοσμο. Προσωπικά πάντως, δεν με πολυψήνει. Κάποια πράγματα μου αρέσουν χωρίς το περιτύλιγμα.

Οι στίχοι σου –χωρίς ακριβώς να γίνονται αυτοαναφορικοί– σχετίζονται περισσότερο με το προσωπικό. Θα επιχειρούσες μια πιο ευθεία σύνδεση με το κοινωνικό; Ή μήπως ο ειλικρινής τρόπος με τον οποίον γίνεσαι προσωπικός είναι που τελικά σου δίνει «πρόσβαση» στο κοινωνικό;

Δεν με ενδιαφέρει να γράψω κάτι «ευθέως κοινωνικό», όπως το θέτεις. Μπορεί, βέβαια, έτσι να έχεις πιο εύκολη πρόσβαση σε ένα ευρύτερο κοινό, αλλά τα αμιγώς κοινωνικά τραγούδια (όσα, δηλαδή, γράφονται με σκοπό να είναι τέτοια) αποτελούν καλυμμένες κολακείες, οι οποίες λειτουργούν περισσότερο για να εκτονωθεί ο ακροατής και να επαναπαυτεί στην σκέψη ότι αρκεί αυτό το τραγούδι για να κάνει την «επανάστασή» του. Για εμένα έχει νόημα η επαφή που γίνεται μέσα απ’ την ενδοσκόπηση, να συναντάς μέσα από τον εαυτό σου τους άλλους. Είναι πιο βαθιά μια τέτοια σύνδεση. Εξάλλου, ακόμα κι αν φαίνεται ότι γράφω κάτι «προσωπικό», αυτό εκ των πραγμάτων εμπεριέχει την αλληλεπίδραση με τους γύρω μου.

Η «μεγάλη εικόνα», λοιπόν, πώς επιδρά στην ιδιοσυγκρασία σου; Τη μουσική σου την αισθάνεσαι καθόλου ως προσωπική άμυνα απέναντί της;

Όχι, δεν την αισθάνομαι έτσι ακριβώς. Νομίζω ότι περισσότερο τη βλέπω ως αισθητικό αντίβαρο απέναντι στη στυλιζαρισμένη απάθεια και στην κοινωνική αποχαύνωση ή ως κάτι που μπορεί να αποτελέσει αφορμή να έρθουν κάποιοι άνθρωποι πιο κοντά. Αλλά το θέμα είναι τι γίνεται από εκεί και πέρα. Περισσότερο πιστεύω στις πράξεις των ανθρώπων. Όσο για τη «μεγάλη εικόνα», αυτή δεν είναι παρά ένας μεγεθυσμένος στρατώνας, όπου βασιλεύει η καφρίλα, το ψέμα, η διαστρέβλωση και ο παραλογισμός. Παρ' όλο που έτσι ήταν και παλιότερα –δεν προέκυψε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη– γίνεται μάλλον πιο εμφανές σήμερα το ότι ζούμε σε μόνιμη σύγχυση. Αυτή η κατάσταση με κάνει να είμαι πιο ενεργός στις διαπροσωπικές σχέσεις, πιστεύω ότι από εκεί μπορεί να αρχίζει να αλλάζει κάτι. Μια πράξη σου ή μια κουβέντα που θα πεις σε μια παρέα είναι (ακόμα, ευτυχώς) πιο ισχυρή από δέκα «αντιδραστικές» αναρτήσεις στο Facebook.

Στο νέο σου άλμπουμ υπάρχει ο φόρος τιμής στη «χαμένη αναμονή στην αρχή των κασετών». Στο ψηφιοποιημένο σήμερα, τέτοιες αναμονές δεν υπάρχουν, όπως τείνουν προς εξάλειψη και οι ανάγκες (ή οι αφορμές) για το δέσιμο με αντικείμενα (βιβλία/κασέτες/δίσκους/ ή άλλα). Πώς το κρίνεις ως εξέλιξη;

Πάντα θα έχουν ανάγκη οι άνθρωποι να δένονται με αντικείμενα. Μπορεί να μην είναι βιβλία ή δίσκοι, θα είναι κάτι άλλο. Από εκεί και πέρα, το βρίσκω φυσιολογικό να αλλάζει το μέσο που φέρει την πληροφορία. Αυτό συνέβαινε πάντα, πόσο μάλλον σήμερα, που οι ρυθμοί της τεχνολογίας είναι πολύ πιο γρήγοροι.
Προσωπικά, μου αρέσει που μπορώ οποτεδήποτε να ακούσω το τραγούδι που θέλω. Το προτιμώ απ’ το να παιδεύομαι ψάχνοντας σε κασέτες. Καμιά φορά θα βάλω κι ένα βινύλιο να παίξει, πιο πολύ για την «ιεροτελεστία» της υπόθεσης και για την αίσθηση την οποία μου αφήνει μια τέτοια σύνδεση με την εφηβική ηλικία.
Στο τι έχει αλλάξει τώρα… Παλιότερα, για να ξεκινήσει να παίζει ένας δίσκος, έπαιρνε κάποιο χρόνο· να ανοίξεις τον ενισχυτή, να βγάλεις το βινύλιο απ’ τις θήκες, να πιάσεις με προσοχή τη βελόνα κλπ. Οπότε δεν θα έμπαινες στη διαδικασία για να ακούσεις μόνο 10 δευτερόλεπτα, ούτε θα ήσουν με τη βελόνα από πάνω για να κάνεις skip τα κομμάτια. Εκ των πραγμάτων, δηλαδή, άκουγες λιγότερο αποσπασματικά απ’ ότι σήμερα. Πλέον, η ευκολία κι η αμεσότητα στην πρόσβαση (σε οτιδήποτε), μπορεί να σε κάνει να μην στέκεσαι σε κάτι όσο χρειάζεται: εύκολα σε παίρνει μπάλα η ταχύτητα. Αλλά, ακόμα κι έτσι, αυτό είναι στο χέρι του καθενός. Εγώ συνεχίζω να ακούω και να γράφω μουσική με ρυθμούς «παλαιούς», όπως επίσης και να σκέφτομαι ότι απευθύνομαι σε ανθρώπους οι οποίοι θα δώσουν τον χρόνο που χρειάζεται σε αυτά που κάνω. Αν αρχίσουμε να φερόμαστε σαν να θέλουμε να προφτάσουμε κάτι, τότε την πατήσαμε. Αυτό το παιχνίδι με την ταχύτητα δεν βγάζει πουθενά, είναι μια γάτα που κυνηγάει την ουρά της.

Όταν ξαναπιάνεις τραγούδια τα οποία έχεις γράψει παλαιότερα, δημιουργείται η ανάγκη της «επικαιροποίησης»; Ή προέχει για σένα να τα αποτυπώσεις όπως περίπου τα συνέλαβες

Μιλώντας για τις ηχογραφήσεις, κυρίως με ενδιαφέρει να αποτυπώσω την αρχική αίσθηση που έχω για τα τραγούδια. Τις λίγες φορές που έχει τύχει να μη λειτουργεί κάτι πια για μένα (συμβαίνει συνήθως όταν έχει μεσολαβήσει αρκετός καιρός από τη σύλληψη έως την ηχογράφηση), προσπαθώ να το κάνω κάπως να μου κινήσει το ενδιαφέρον. Για παράδειγμα, οι “Μέρες Του ’94” γράφτηκαν το ’99, αλλά όταν τις ηχογράφησα το ’06 δεν είχε νόημα η γωνιώδης ενορχήστρωση που αρχικά σκεφτόμουν –κι έτσι έφτιαξα κάτι ας πούμε πιο στρογγυλό. Ή το “Είναι Ανώφελο Κι Υποθέτοντας”, το οποίο στην πρώτη του εκδοχή ήταν ένα χορευτικό τραγούδι, λειτούργησε τελικά σε άλλο περιβάλλον. Οτιδήποτε πάντως μπορεί να τεθεί προς τροποποίηση έχει να κάνει με τη διαχείριση των ήχων και των οργάνων. Πολύ σπάνια αλλάζω κάτι στη μουσική ή στο κείμενο.
Τώρα, σχετικά με τις live εκδοχές παλαιότερων κομματιών, συχνά αφαιρώ ή αλλάζω στίχους, χρησιμοποιώ τμήματα μουσικής ενός τραγουδιού σε κάποιο άλλο, ανακατεύω τις δομές, αλλά το βλέπω περισσότερο σαν παιχνίδι: σαν να διαλύω ένα παζλ και να το ανασυνθέτω. Δεν είναι ακριβώς «επικαιροποίηση», δεν είναι δηλαδή η νέα εκδοχή ενός τραγουδιού –το θεωρώ περισσότερο ως remix του αρχικού.

Κάποιοι μουσικοί απαντούν πως δεν ακούνε ποτέ τα τραγούδια τους αφού τα ηχογραφήσουν, υποθέτω γιατί εντοπίζουν συνέχεια πράγματα που «θα έπρεπε να είχαν γίνει». Λειτουργείς κι εσύ έτσι;

Ναι, κι εγώ πολύ σπάνια ακούω τα παλιά μου τραγούδια, αλλά όχι για αυτόν τον λόγο. Όσο διαρκούν οι ηχογραφήσεις, ακούω συνέχεια τα όσα φτιάχνω. Κι όταν δεν τα ακούω, τα σκέφτομαι διαρκώς: σημειώνω ιδέες και μελωδίες στις βόλτες μου, τα ενορχηστρώνω στον νου μου όταν πέφτω για ύπνο και, όταν ξυπνάω, συνεχίζω να τα ακούω και να τα δουλεύω παράλληλα. Συνήθως, οι ηχογραφήσεις τελειώνουν όταν τα έχω ακούσει αρκετές συνεχόμενες φορές και δεν βρίσκω κάτι άλλο που να θέλω να αλλάξω. Οπότε η ολοκλήρωση του εκάστοτε άλμπουμ συμπίπτει με τη στιγμή που λέω «ωραίο ήταν αυτό, το χόρτασα, ας ακούσω κάτι άλλο».
Αν όμως τύχει να ακούσω κάποιο παλιό μου τραγούδι, δεν το κοιτάω ποτέ με κριτική ματιά. Πιθανόν κάποια πράγματα να τα είχα διαχειριστεί διαφορετικά τώρα, κάτι τέτοιο όμως δεν οδηγεί πουθενά. Είναι σαν να βλέπω μια παλιά μου φωτογραφία κι αντί να τη χαρώ –ή να λειτουργήσει ως αφορμή για να σκεφτώ πέντε πράγματα– να με ενοχλεί η χωρίστρα που είχα τότε.

Έχεις μελοποιήσει και κάποια ποιήματα του Σαχτούρη. Είναι μέσα στον κώδικα σου η έννοια της συνδιαλλαγής με έργα άλλων (σε τόσο αυτούσια/άμεση τουλάχιστον μορφή);

Αν μου αρέσει κάτι, ναι. Προσφέρει και μια ευκαιρία, συν τοις άλλοις, να δω τον εαυτό μου σε διαφορετικές συνθήκες.

Υπάρχει κάτι που δουλεύεις αυτή την εποχή ή γενικότερα κάποιο σχέδιο για το μέλλον;

Μόλις ολοκλήρωσα τη σύνθεση των τραγουδιών για τον νέο μου δίσκο κι αυτόν τον καιρό σκέφτομαι τους τίτλους, τη σειρά, το artwork, το στήσιμο γενικά. Θα ξεκινήσω τις ηχογραφήσεις μέσα στον χειμώνα που έρχεται. Λίγο πιο πριν, το φθινόπωρο, θα ηχογραφήσω αυτά τα 20 ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη, τα οποία μελοποίησα πριν κάποια χρόνια. Και οι δύο ενότητες  θα έχουν τελείως διαφορετική ηχητική προσέγγιση –και μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με ό,τι άλλο έχω κάνει ως τώρα.

συνέντευξη στον Άγγελο κυρίου / Ιούλιος '13

(σημ. κτίρια: με τον Άγγελο κυρίου γνωρίζομαι από το '09, έχουμε περάσει πολλές ώρες συζητώντας. Αυτή είναι μια κουβέντα που είχαμε μέσα απ' το chat του facebook, με αφορμή τις δικές μου μουσικές.)

Λοιπόν θα φας; Έλα πες τώρα που γυρίζει.

Θα φάω μετά. Οπότε, πάμε τώρα.

Όχι, θα μου λες μετά ότι σου ’κοψα το φαΐ. Πήγαινε και ξεκινάω.

Έλα, εδώ είμαι, με μουστοκούλουρα Δαρεμά, πολύ καλά. Ο σπόνσορας της συνέντευξης.

OK. Λοιπόν, εγώ μπορώ να συνδέσω ηχητικά τους τρεις δίσκους, δεν μπορώ να το κάνω όσον αφορά το στίχο. Συνδέονται; Και αν ναι, έχω μια ερώτηση πάνω σε αυτό.

Δεν ξέρω αν το έχουμε ξανασυζητήσει, οπότε θα σου πω. Αποφασίζω να κλείσω τα άλμπουμ με το ίδιο σκεπτικό που εφάρμοζα και στα βιβλιαράκια με τα κείμενα που έφτιαχνα. Από το '94 γράφω κείμενα χωρίς να υπάρχει κάποια προαποφασισμένη ιδέα. Κάποια στιγμή, βλέπω ότι προκύπτουν κείμενα που κάπως να διαφέρουν απ' τα προηγούμενα. Δεν μπορώ να περιγράψω σε τι ακριβώς, αλλά το νιώθω. Οπότε εκεί λέω "στοπ, έκλεισε η ενότητα". Και μετά βέβαια με ενδιαφέρει να βρω τι τα συνδέει όλα αυτά. Κάτι τέτοιο κάνω, λοιπόν, και με τα άλμπουμ. Όταν δηλαδή γράφω κάτι (ή νιώθω ότι θα γράψω κάτι) διαφορετικό απ' τα προηγούμενα, λέω "οκ, ολοκληρώθηκε". Άρα, ναι, υποθέτω ότι υπάρχει μια συνάφεια νοηματική, αλλά θέλει σκέψη για να βρω ποιος είναι ο άξονας.
Εσύ πιστεύεις ότι υπάρχει αυτή η σύνδεση στο κείμενο;

Εγώ πιστεύω ότι υπάρχει. Σε φράσεις ή έννοιες. Αλλά απ’ την άλλη μπορώ να σκεφτώ ότι απλά έτυχε ας πούμε, δεν είναι τόσες πολλές.

Τώρα με βάζεις στην πρίζα σε σχέση με τις φράσεις-λέξεις που λες. Σκεφτόμενος το ΩΕΜ μου έρχεται στο νου ο εαυτός μου στα 25 συν πλην, αλλά αυτά τα έχω ξαναπεί και κάπου αλλού, οπότε μάλλον τα ξέρεις. Νομίζω ότι υπάρχει μια αναμονή στο να ζήσω. Ότι κάπως τα έχω βάλει σε μια σειρά τα πράγματα, αλλά θέλω να δω την εφαρμογή αυτών. Ήταν σε μια περίοδο που δεν είχα καθόλου λεφτά, τίποτα. Δεν ήξερα τι πρέπει να κάνω, έβλεπα τους φίλους μου να αλλάζουν. Βέβαια ήταν και αρκετά σκόρπια τα κομμάτια χρονικά, αλλά ο πυρήνας γράφτηκε εκεί, '02-'03. Εκεί δηλαδή που βλέπω το στίγμα είναι πιο πολύ στη "νυχτερινή αναμονή" και στους "αποβαίνοντες", όσον αφορά το πώς ένιωθα γενικά για τη ζωή μου, ήθελα κάπως να... Ξέρω γω, να ανοίξω τα φτερά μου προς κάτι που υποψιαζόμουν ότι υπάρχει.
Τις "Σημειώσεις άλυτων θεμάτων" τις έγραψα σε μικρότερο χρονικό διάστημα, μέσα σε 3 χρόνια ('07-'09). Νομίζω ότι το χαρακτηριστικό των περισσότερων τραγουδιών είναι ότι τα γράφω με τη γνώση της φθοράς, ότι δε θα είμαι νέος για πάντα. Ίσως γι' αυτό, υπάρχει συχνά η λέξη "ζωή", "ζω" στα κομμάτια. Με ενδιέφερε (πιο συνειδητά απ' το ΩΕΜ), η ανθρωπίλα, να πιάσεις το δέρμα του άλλου, να το μυρίσεις, να το γευτείς. Να ακουμπήσεις το δέρμα σου σε αυτό.
Στους "Κενούς Χώρους" τώρα... Υπάρχει όλο αυτό το παιχνίδι με το τυχαίο της ζωής. Φαίνεται παρελθοντολαγνικό, αλλά εγώ το βλέπω άχρονο, χρησιμοποιώ τμήματα του παρελθόντος, αλλά μέσα από αυτά πιο πολύ κοιτάω το τώρα και το μέλλον. Σαν να μπορώ από αυτή την ηλικία να μπαινοβγαίνω σε άλλες ηλικίες.
Αυτά, σε γενικές γραμμές, για να μην το κουράσω ακόμα πιο πολύ.

Οι στίχοι σου είναι, θα έλεγα, αυστηρά προσωπικοί, εννοώ ότι δεν έχουν αυτό το άνετο που μπορεί να τσιμπήσει κάποιος και να το σφυρίζει στο δρόμο που πάει στην δουλειά. Η σύνδεση με τους ακροατές θεωρείς ότι είναι εφικτή; Σε απασχολεί αυτό; Να το πω πιο απλά: Εσύ γράφεις, οκ. Σκέφτεσαι κάτι για το κόσμο που θα το ακούσει;

Δεν μπορεί να ταυτιστεί, λες, διότι φαίνεται ότι μιλάω μόνο για μένα.

Ναι, ας πούμε έτσι, αν και δε φαίνεται ότι μιλάς μόνο για σένα. Πες μου για τη σύνδεση ανάμεσα σε δημιουργό και ακροατή. Πως την αντιλαμβάνεσαι.

Κοίτα, σκεφτόμουν διάφορα όλη αυτή την ώρα με το που μου είπες "ακροατές". Κι αυτό έχει αλλάξει με τα χρόνια. Παλιότερα (εποχή κειμένων) δεν ήθελα με τίποτα να νιώθω ότι αυτό που κάνω θα διαβαστεί από κάποιον άλλο, γιατί με κόμπλαρε. Αν δηλαδή έχεις φτιάξει κάτι και το 'χεις δείξει μια φορά σε κάποιον άλλο, την επόμενη είναι πολύ πιθανό να σκέφτεσαι αυτόν τον άλλο κι εκεί μπορεί να χάσεις την εστίαση σε αυτό που θες να κάνεις. Αλλά μετά λες, τόσος κόσμος έχει καταφέρει να το κοντρολάρει αυτό, οπότε μαθαίνεις κι εσύ να την κουμαντάρεις αυτή την σκέψη. Τέλος πάντων, το '06, όταν ηχογραφούσα το ΩΕΜ, είχα μια ασαφή εικόνα του ακροατηρίου, νομίζω ότι δε θα 'θελα να απευθυνθώ σε κανέναν απ’ αυτούς που ήξερα. Περισσότερο σκεφτόμουν έναν "μέσο ακροατή" (ποιος είναι αυτός, θα μου πεις...) και νομίζω ότι σε αυτό οφείλεται το ότι "κράτησα" λίγο τις ενορχηστρώσεις, δεν τις έκανα πολύ ιδιόμορφες (γι’ αυτό όταν άρχισαν να μου λένε ότι είναι "πειραματικά" όλα αυτά, φρίκαρα). Όταν ηχογραφούσα τις "Σημειώσεις", ένιωθα πολύ όμορφα, διότι είχε βγει το ΩΕΜ, είχαν γραφτεί διάφορα καλά, μου έστελναν μηνύματα στο MySpace άγνωστοι κλπ. και σκεφτόμουν (περισσότερο για να παίρνω δύναμη) ότι υπάρχει κόσμος που περίμενε αυτόν τον επόμενο δίσκο. Πλέον είχα συγκεκριμένους ανθρώπους στο νου μου.
Όταν έφτιαχνα τους "Κενούς Χώρους" σκεφτόμουν το εξής: Είχα ήδη διαμορφώσει (ας πούμε) κάποιον ήχο και είχα γράψει και 10-20 κείμενα. Υπήρχε ένα στίγμα, ξέρω γω. Αυτή η εικόνα που -πιστεύεις ότι- έχουν οι άλλοι για σένα καμιά φορά σε εγκλωβίζει. Και δεν αναφέρομαι μόνο στη μουσική, μιλάω και για τις ανθρώπινες σχέσεις. Γνωρίζεσαι με κάποιον σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, εσύ μετά αλλάζεις, εξελίσσεσαι, αλλά ο άλλος μπορεί να μη θέλει (ή να μην μπορεί) να δει αυτή την αλλαγή για 1000 λόγους. Κι εκεί αρχίζουν τα προβλήματα. Αυτό ανέκαθεν με έπνιγε στις σχέσεις, φιλικές και μη. Έτσι, ήθελα να δω κάτω από το ίδιο όνομα (χωρίς δηλαδή να ξανασυστηθώ) αν θα μπορούσα να κάνω κάτι χωρίς να σκέφτομαι την εικόνα που έχουν οι άλλοι για μένα. Όχι όμως να πάω κόντρα σε αυτή για να αποδείξω κάτι στον εαυτό μου, διότι κι αυτό είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Αλλά να καταφέρω να συγκεντρωθώ σε αυτό που έχω μέσα μου, αδιαφορώντας για τους γύρω. Νιώθω ότι αυτό το κατάφερα.

Στην ουσία αυτό που εννοούσα και δεν ρώτησα...

...είναι πώς την έχω στο νου μου τη σχέση αυτή.

Ναι. Αν είναι κάτι που έχεις σκεφτείς μικρός ας πούμε και έχει διατηρηθεί με την όποια ανάπτυξη ή που στην πορεία και με τη γνωριμία, με το άμεσο κάπως έπεσε και χτίζεται και ξαναχτίζεται κτλ.

Ναι, αλλά και πάλι έχουμε μια ασαφή εικόνα για το ακροατήριο. Θέλω να πω, λέμε "ακροατήριο", αλλά τι είναι αυτό; Το μετράμε σε stats; Σε like; Νομίζω όχι. Πιο πολύ έχω στο νου μου συγκεκριμένους ανθρώπους κάθε φορά. Οπότε, δε με ενδιαφέρει το πλήθος, αφού δεν μπορώ να το υπολογίσω και σε τελική ανάλυση δεν παίζει κάποιο ρόλο στη ζωή μου, δεν μου κάνει ούτε καλό ούτε κακό.
Τώρα, με αυτούς τους συγκεκριμένους ανθρώπους, έτσι για να φύγουμε λίγο απ' τη μακροσκοπική -ας την πούμε- παρατήρηση... Νομίζω ότι τις περισσότερες φορές μένω στο ότι τους αρέσει κάτι, χωρίς να μπαίνουμε σε λεπτομέρειες. Κάπως το βλέπεις, ξερω γω, απ’ τον ενθουσιασμό, απ’ τον τόνο της φωνής. Εντάξει, αυτό είναι το καλύτερο. Αλλά, στ’ αλήθεια, δεν ξέρω τι μπορεί να αρέσει συγκεκριμένα.

Ούτε να ξέρεις πόσο μπήκε μέσα σε αυτό.

Ναι, τώρα πώς να στο πει κι ο άλλος... Δεν ξέρω πώς μπορεί να συντονιστεί κανείς με αυτά που γράφω.

Αλλά φαντάζομαι ότι δεν είναι και ζητούμενο να μπει, απ’ την άποψη ότι ο καθένας έχει το δικό του τρόπο να μπαίνει.

Ναι, δεν είναι. Δεν ξέρω καν τι είναι ζητούμενο...  Σίγουρα δε θέλω να κάνω κάτι επιθετικό, δε γράφω στοχεύοντας να του προκαλέσω κάτι.

Του δίνεις γρίφους όμως. Ή δε θεωρείς κάτι τέτοιο;

Οι "γρίφοι" με ενδιαφέρουν περιστασιακά και μόνο σε επίπεδο παιχνιδιού. Θυμάμαι, ας πούμε, ένα κομμάτι του Frank Black που, αν διάβαζες κάθετα τα αρχικά των στίχων, προέκυπτε το επώνυμο της γυναίκας του. Ή σαν κι αυτό που έκανε κάποτε ο Aphex Twin με τις κυματομορφές, που σχηματιζόταν το πρόσωπό του. Τέτοια πράγματα, που και να τα "χάσει" κανείς, δεν τρέχει τίποτα, δεν κάνουν πιο δύσκολο το άκουσμα. Φαντάζομαι όμως ότι αναφέρεσαι στα πιο "προσωπικά" στοιχεία. Αυτά νομίζω ότι δεν αποτελούν εμπόδιο. Δηλαδή και να μην ξέρει κάποιος τι σημαίνει ΩΕΜ ή Μαίριηλ, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να ευχαριστηθεί το κομμάτι. Σε πρώτη φάση όμως, αυτό που θέλω είναι να φτιάξω κάτι που να μου αρέσει (τώρα με πετυχαίνεις και σε μέρες που γράφω, οπότε αυτό μου είναι πιο καθαρό). Αν προσπαθήσω να συμπεριλάβω και τον άλλο, θα πάει αλλού το πράμα...
Εντάξει, όταν γράφω αυτά που γράφω, καταλαβαίνω ότι μπορεί να υπάρξει κάποια "δυσκολία" για όσους δεν έχουν συνηθίσει τις λιγότερο συμβατικές φόρμες, επειδή δε βάζω ρεφρέν, σπανίως γράφω ρίμες, δε χρησιμοποιώ επαναλαμβανόμενες φράσεις, αλλά και πάλι είναι η συμβατική προσέγγιση και η σαφήνεια των πραγμάτων που θα σε ενώσουν με τον άλλο;
Ίσως τελικά η σχέση αυτή, ανάμεσα σε μένα και τους ακροατές, να στηρίζεται στην αισθητική και μόνο. Χωρίς να ενδιαφέρεται κανείς αν υπάρχει κάποια ιδεολογική σύνδεση. Να του αρέσει αυτούσιο κι αδιαίρετο το αποτέλεσμα, όπως σε ευχαριστεί κατ’ αντιστοιχία η παρουσία ενός ανθρώπου, δηλαδή η κίνησή του, ο τρόπος που μιλάει, το χαμόγελό του, τα ρούχα του. Αυτό που λέμε, η αίσθηση που σου αφήνει ένας άνθρωπος.

Αν μπορείς να απομονώσεις κάποιες σκέψεις στο τέλος κάθε άλμπουμ, αυτές έχουν κοινό άξονα; Μιλάω και πέρα απ’ το κοινό.

Αυτό που λαμβάνω στο τέλος κάθε άλμπουμ είναι η αίσθηση της οικονομίας, ότι δεν υπάρχει τίποτα περιττό, ούτε ένα μέτρο παραπάνω, ούτε μια φράση που δε χρειαζόταν. Γι’ αυτό δεν με ενδιαφέρουν ποτέ οι χρονικές διάρκειες των τραγουδιών, δεν υπάρχει για μένα μικρό ή μεγάλο σε διάρκεια τραγούδι. Φτιάχνω πάντα κάτι όσο πρέπει να είναι. Στο προηγούμενο άλμπουμ ο "στριφνός καταναγκασμός" ήταν ένα εικοσάλεπτο τραγούδι, ενώ στους "Κενούς Χώρους" πολλά κομμάτια ήταν του λεπτού ή και μικρότερα. Για μένα είναι το ίδιο, δεν τα ξεχωρίζω. Επίσης στο τέλος κάθε άλμπουμ σκέφτομαι ότι έφτιαξα κάτι που μου αρέσει, κάτι όμορφο (και αρμονικά όμορφο). Πάντα είναι γλυκιά αυτή η αίσθηση, ότι κάτι ολοκληρώθηκε. Ότι ο κόποι μου με έβγαλαν κάπου καλά.

Έχεις σκεφτεί να ηχογραφήσεις ένα δίσκο εκτός δωματίου; Εννοώ studio, συνεργασία με κάποιον άλλο...

Για πρακτικούς λόγους δε θα μπορούσα να το κάνω. Εδώ, σπίτι, έχω όσο χρόνο θέλω και μπορώ να το κάνω οποιαδήποτε ώρα της ημέρας.

Πες ότι είχες χρόνο και τα χρήματα. Θα το έκανες;

Δε θα το έκανα, διότι αυτή η διαδικασία είναι, νομίζω, το μόνο πράγμα μέσα απ’ το οποίο μπορώ να δημιουργήσω κάτι απολύτως μόνος. Και το έχω ανάγκη αυτό κάποιες φορές. Η ηχογράφηση (και η ενορχήστρωση μαζί) είναι για μένα η συνέχεια της σύνθεσης, δε θα μπορούσα να τα κάνω αυτά συνεταιρικά. Είναι ουσιαστικά οι μόνες στιγμές που πρέπει να είμαι συγκεντρωμένος για να δω τι έχω στο νου μου. Είναι κάτι σαν να καθαρίζω μέσα μου, ας πούμε. Θυμάμαι ακόμα αρκετές φάσεις των ηχογραφήσεων, πχ ένα ολόκληρο βράδυ που έφτιαχνα νότα νότα τη φράση του μπάσου στο "Καθότι" κι έπαιζα με τα 16α των παύσεων και μου βγάζανε στο νου άλλο αποτέλεσμα, άλλη κατάσταση. Εννοείται ότι κανείς δε θα είχε τόση υπομονή για να τα κάνουμε αυτά παρέα. Αλλά, όπως και να 'χει, όλο αυτό είναι περισσότερο σαν ενδοσκόπηση, οπότε δε χωράει άλλος.

Στην όλη διαδικασία της ηχογράφησης-παραγωγής, τι σε κουράζει πιο πολύ; Εννοώ, υπάρχει κάτι που να σε κουράζει και θα το πετούσες, αν υπήρχε η δυνατότητα;

Αυτό που με κουράζει είναι το στήσιμο του εξοπλισμού, καλώδια, μικρόφωνα κλπ, διαδικασίες, δηλαδή, που δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον. Επίσης, μπορεί να σε αποσυντονίσει το ότι είσαι ταυτόχρονα ο μουσικός και ο ηχολήπτης, πχ για μια φράση 20" στην κιθάρα, έχει προηγηθεί αρκετή ώρα μέχρι να βρεις τις σωστές θέσεις του μικροφώνου κλπ και καμιά φορά σου έχει φύγει η όρεξη να παίξεις. Αυτό που δεν με κουράζει ακριβώς, αλλά πρέπει να 'χεις το νου σου καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας είναι να μην σε απορροφήσουν τα τεχνικά πράγματα, να παραμείνεις ακροατής της μουσικής σου. Είναι πολύ εύκολο να χαθείς μέσα στις άπειρες επιλογές, πολύ περισσότερο για κάποιον που μαθαίνει τα τεχνικά μέσα απ' τη διαδικασία, όπως εγώ. Αλλά είναι αναπόφευκτα όλα αυτά όταν δουλεύεις μόνος. Κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις. Ας πούμε, τη φάση της μίξης την αντιλαμβάνομαι σαν μια εκτενή και προσεκτική ακρόαση σε κάτι που μου αρέσει πάρα πολύ κι είμαι στη θέση να το κάνω να ακούγεται ακόμα καλύτερα. Να λες "αυτό είναι φοβερό σημείο", όπως συμβαίνει και με τις μουσικές άλλων, αλλά ακριβώς επειδή είναι δικό σου το τραγούδι, να μπορείς να επέμβεις μέχρι να το κάνεις να σε ανατριχιάζει. Περνάω πολλές ώρες με αυτό.

Πόσο ανοιχτός είναι ένας δίσκος σου κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων; Προσθέτεις τραγούδια που μπορεί να προκύψουν, τραγούδια που προϋπήρχαν και ένιωσες πως υπάρχει μια συνάφεια με αυτό που δουλεύεις εκείνη τη στιγμή ή είναι εξ’ αρχής κλειδωμένος και η μόνη προσθήκη είναι σε κατασκευαστικό επίπεδο; Με άλλα λόγια, μια ολοκληρωμένη μονάδα (ή και περισσότερες) εισέρχεται σε ένα ολοκληρωμένο σύνολο;

Συνήθως όταν μπαίνω στη διαδικασία των ηχογραφήσεων έχει κλειδώσει το πράγμα, ακόμα κι η σειρά των κομματιών, γιατί με βοηθάει να έχω έναν οδηγό στο πώς θα δουλέψω τα κομμάτια μες στο σύνολο. Αν η θέση ενός τραγουδιού ήταν διαφορετική, θα άλλαζε λίγο η διαχείριση, η ενορχήστρωση, φαντάζομαι όχι ριζικά, αλλά σίγουρα το συνυπολογίζω. Πιο πιθανό είναι πάντως να αφαιρεθεί κάτι (αν δεν δουλέψει), παρά να προστεθεί - αν και δε μου έχει συμβεί. Μόνο στους "Κενούς Χώρους" δούλεψα διαφορετικά, διότι είχα άπειρο υλικό προς χρήση και όλο αυτό ήταν ένα κολλάζ που στήθηκε κατά τη διάρκεια της παραγωγής/ηχογράφησης, οπότε εκεί ήταν σαν να συμπληρώνω κενά στο παζλ - κι όντως πρόσθεσα κάποια τμήματα μετά την πρώτη εικόνα που είχα.
Όταν τους έστηνα τους "Κενούς Χώρους", όλες οι διαδικασίες συνέβαιναν ταυτόχρονα και με γρήγορους ρυθμούς. Μπορεί να ηχογραφούσα το πρωί, να μίξαρα το απόγευμα και το βράδυ να προέκυπτε ένα νέο κομμάτι απ’ το πουθενά, χωρίς να το έχω προσχεδιάσει ή να "χρειάζεται" για τον δίσκο, ήταν σαν να ήμουν σε λούνα παρκ και ένιωθα ότι μπορούσα να παίξω με ό,τι ήθελα. Απ’ την άλλη, στα προηγούμενα άλμπουμ δεν μπορούσε να γίνει κάποια προσθήκη, διότι δεν είχα κι άλλα κομμάτια. Νομίζω ότι έχω να απορρίψω τραγούδι απ' το '01-'02, άρα δεν έχω και πολλές επιλογές, χα.

Διακρίνω στα τραγούδια σου το στοιχείο της ανάμνησης, το οποίο κάποιες φορές πνίγει το υποκείμενο και άλλες πνίγεται στο αντικείμενο (και τούμπαλιν), παραμένει όμως διαρκώς εκεί και μπλέκεται με αυτό που λέμε "εμπειρικό τώρα" και ίσως λιγότερο με αυτό που -άσχημα ίσως -θέτω ως "φανταστικό μετά". Σαν εμπνευστής, δημιουργός, εκτελεστής, τεχνικός, αλλά και ακροατής των έργων σου, πως στέκεσαι απέναντι τους; Εννοώ, πως τα αντιλαμβάνεσαι, πού τα τοποθετείς όταν τα ολοκληρώνεις και πού τον εαυτό σου;

Για εμένα αυτά που γράφω είναι απολύτως φυσιολογικά, είναι σαν φυσική λειτουργία του οργανισμού, οπότε μου είναι κάπως δύσκολη η αυτοπαρατήρηση, είναι σαν να χρειάζεται να αναφερθώ στο δικό μου "προφανές". Άρα χρειάζεται να σκεφτώ τι σημαίνουν τα τραγούδια μου όταν τα γράφω... Νιώθω ότι θέλω να σχηματοποιήσω κάτι, αλλά δε με ενδιαφέρει να είναι ένας καθαρός καθρέπτης, έχω αποδεχτεί ότι είναι μάταιο να κυνηγάω τη φωτογραφία. Ακόμα κι αυτή ένα καρέ είναι. Δεδομένου, λοιπόν, ότι αυτά που κάνω είναι μια έκφανση της εικόνας που έχω για μια συγκεκριμένη σκέψη, που μπορεί εξαρχής να μην είναι ξεκάθαρη σε μένα (είτε βλέπω τα πράγματα μακροσκοπικά -κάτι που δεν το έχω ανάγκη αυτόν τον καιρό- είτε πιο ζουμαρισμένα), όταν κοιτάω πίσω τα τραγούδια μου είναι σαν κορδόνια που τραβάω και με πετάνε σε κάποια πλάνα, μου θυμίζουν κάποιες καταστάσεις, εικόνες κλπ, αλλά κυρίως μου δημιουργούν μια αίσθηση που δεν έχω την ικανότητα να περιγράψω με λέξεις.
Δε θυμάμαι σχεδόν καμία απ’ τις στιγμές που συνθέτω κάτι, αν και γράφω ξενέρωτος πάντα. Νιώθω σαν να είμαι σε έναν κυκλώνα, υπάρχουν εικόνες απ' το πριν και το μετά κι εγώ με κάποιο μηχανισμό τις επιλέγω και φτιάχνω μια κατασκευή. Με ενδιαφέρει να το κάνω πυκνό αυτό, σαν έναν πυρήνα που έχει τη δύναμη να εκραγεί στο μυαλό μας και στο σώμα μας.
Κατόπιν, αυτό το παρατηρώ σχεδόν σαν να μην είμαι εγώ αυτός. Τα χαίρομαι όταν τα ακούω, είναι σαν να βλέπω μια γυμνή φωτογραφία μου, αλλά μετά λες "αυτό είμαι εγώ;", διότι συνήθως όταν λέμε "γυμνό" εννοούμε "αληθινό, όχι φτιαχτό". Είναι όμως έτσι; Τα βλέπουμε όλα μέσα από ένα πρίσμα. Στα 17 μου έμαθα ότι έχω δυσχρωματοψία και μου είχε φανεί πολύ παράξενο το ότι ο κόσμος που μέχρι τότε έβλεπα δεν ήταν τελικά αυτός που υπήρχε. Αλλά μετά λέω και τι έγινε. Ούτως ή άλλως, αντιλαμβανόμαστε τα πάντα με τις λιγότερο ή περισσότερο ελλιπείς μας αισθήσεις.
Επίσης, ακούγοντας τα τραγούδια μου, επειδή όπως είπες περνάει όλη η διαδικασία από εμένα, μου φέρνουν στο νου κι άλλα -λιγότερο ασήμαντα ή όχι- στοιχεία. Ακόμα κι απ' το πώς γινόταν η μίξη, μπορώ να καταλάβω το τι ένιωθα, πχ αν είχα διάθεση για επικοινωνία ή όχι.
Τώρα για το πού στέκομαι εγώ... Είναι σαν να ανοίγεις ένα άλμπουμ φωτογραφικό και κοιτάς τον εαυτό σου. Βλέπεις κάποια πράγματα στις φώτο, ένα τμήμα. Κάπως έτσι και με τα τραγούδια, απλώς βλέπεις τον εαυτό σου μέσα από κάποιο άλλο μέσο. Να σου πω την αλήθεια, σπανίως κοιτάω πίσω στα τραγούδια μου, ίσως επειδή περνάω με αυτά πάρα πολύ χρόνο όσο τα φτιάχνω και τα ηχογραφώ.

Σκέφτομαι ότι κάθε είδους δημιουργία αποτελεί ένα άνοιγμα στο κόσμο, όχι μόνο με την έννοια του "εκφράζομαι και το παρουσιάζω" (άρα το μοιράζομαι), αλλά και σαν αυτή καθ’ αυτή έννοια: δημιουργώ, δηλαδή σχηματίζω κάτι και το ξεδιπλώνω μπροστά μου. Πώς λειτουργεί για σένα αυτό το "μπροστά μου", αυτό το ξεδίπλωμα, ενώ είσαι μπροστά και το κάνεις ο ίδιος;

Για κάθε ένα κομμάτι που γράφω παίρνω μεγάλη χαρά, όχι ικανοποίηση, δε με ενδιαφέρει να αποδείξω κάτι. Νιώθω μια ευφορία, λέω "α, μπήκε κι άλλο ένα παιχνίδι στο σπίτι". Δηλαδή, το παίζω στην κιθάρα, το ακούω, το φτιάχνω όπως ακριβώς το έχω φανταστεί, σαν ένα φαγητό που του έχεις βάλει όσο λάδι και αλάτι θέλεις, με δονεί όλο αυτό που συμβαίνει, το ευχαριστιέμαι πάρα πολύ, μου δίνει δύναμη. Πάω μετά βόλτα και νιώθω την ενέργεια αυτή μέσα μου, την ώθηση.
Τώρα, σε επίπεδο δίσκων, στο σύνολο δηλαδή, ένιωθα ότι στο "ΩΕΜ" και τις "Σημειώσεις" ήταν σαν να φτιάχνω ένα σπίτι όπως ακριβώς το είχα στο νου μου, για να φιλοξενήσω μέσα τους άλλους. Κι όπως ένα σπίτι έχει δωμάτια, λεπτομέρειες, μικρές γωνιές κλπ, κάπως έτσι έστησα και τα τραγούδια: να υπάρχει ένα πρώτο επίπεδο, αλλά από και πέρα σε κάθε ακρόαση-επίσκεψη να αποκαλύπτονται και νέα στοιχεία, ανάλογα με τη διάθεση του άλλου. Στους "Κενούς Χώρους" έγινε κάτι άλλο. Ήταν σαν να προσκαλώ κάποιον στην ιδιωτική μου παραλία, όπου στέκομαι γυμνός. Ήμουν, νομίζω, πιο τολμηρός όχι ως προς τους άλλους, αλλά προς τον εαυτό μου, σαν να με κοίταξα πιο άμεσα και να είπα "αυτό είσαι, εντάξει. Και τι έγινε".

Στην εποχή μας συμβαίνει να είναι πιο άνετος ο διαχωρισμός live-ηχογράφησης, ο περισσότερος κόσμος που ασχολείται με αυτά τα πράγματα θα πει "άλλο πράγμα η ηχογράφηση, άλλο το live". Πόσο και πώς το ένα εισέρχεται στο άλλο πέρα απ’ το προφανές; Θέλω κάποιες σκέψεις πάνω σε αυτό, αν και το έχουμε συζητήσει άπειρες φορές.

Γενικά όλα μπορούν να ειπωθούν και να ισχύουν υπό προϋποθέσεις. Για μένα, επειδή τα δουλεύω αυτά τα δύο σε διαφορετικά περιβάλλοντα, είναι δύσκολο να μπει το ένα μέσα στο άλλο. Υπάρχει βέβαια ένας άξονας που είναι τα τραγούδια, αλλά κι αυτά, όπως έχεις δει στο live, τα διαχειρίζομαι σαν δεξαμενή απ' όπου τσιμπάω πράγματα. Αυτό που θέλω σίγουρα είναι να λειτουργεί το πράγμα είτε στον έναν είτε στον άλλο χώρο. Έχω απαντήσει με βάση τα τεχνικά, βέβαια.

Ναι. Το "λειτουργεί" πόσο έχει να κάνει με τον κοινό/ακροατή; Όταν ολοκληρώσεις το δίσκο, υποθέτω σου αρέσει το αποτέλεσμα και το προσφέρεις, ας πούμε.

Ναι, βέβαια.

Δηλαδή και να μην αρέσει στο κόσμο που θα το ακούσει, για σένα είναι, να το πω πολύ απλά, καλό, σε ικανοποιεί.

Ναι. Ακόμα και μια κακή κριτική ή γνώμη δεν με ενοχλεί.

Στο live είναι διαφορετικά γιατί παίζει και αυτή η επαφή.

Ναι, έχεις δίκιο.

Παίζει επίσης και ο χειρισμός και το "λιγότερο άνεση" με αυτή του σπιτιού. Ένας κακός δίσκος για τον κόσμο είναι καλός για σένα. Ένα κακό live; Ποια είναι σχέση αυτή; Το λεπτό σημείο ίσως.

Αναρωτιέμαι πολλές φορές γιατί το κάνω αυτό. Έχω πάντα αυτή την ερώτηση. Σκέφτομαι ότι γράφω τραγούδια γιατί το έχω ανάγκη, τα ηχογραφώ και τα επιμελούμαι επειδή θέλω να τα ακούσω "ολοκληρωμένα". Αλλά με το live τι γίνεται; Το θέλω; Και γιατί; Αν έδινα μια απάντηση, θα μου ήταν εύκολο μάλλον να μιλήσω για καλό ή κακό live, για κάτι που λειτούργησε ή όχι. Αλλά στην απάντηση εμπλέκεται και το κοινό, οπότε αυτό που συμβαίνει το φτιάχνουμε μαζί. Ακόμα κι αν δεν μας αρέσει κάτι σε αυτή τη σύμβαση, για να αλλάξει χρειάζεται να το θέλουν όλοι, και οι μεν και οι δε.

Το σκέφτομαι με τη φάση στο Gagarin πρόσφατα - και για μένα και για σένα. Δηλαδή, εγώ το γούσταρα και εσύ το γούσταρες, το δικό σου το γούσταρε ο περισσότερος κόσμος, εμένα μάλλον όχι και το καταλάβαινα όταν έπαιζα. Παρ’ όλα αυτά, το θεωρώ καλό έως πολύ καλό για μένα.

Ναι, έχει να κάνει με το πού εστιάζεις. Μπορεί δηλαδή να σε ευχαριστεί το live επειδή κατά τη διάρκειά του είναι μια ευκαιρία να γνωρίσεις τον εαυτό σου κάτω από άλλες συνθήκες, σαν ένα κλειστό πείραμα, παρουσία θεατών-ακροατών. Βλέπεις το πώς αντιδράς, το τι επιλέγεις. Για μένα το πιο σημαντικό σε ένα live δεν είναι το να καταφέρεις να τα πεις όπως τα είχες στο νου σου απ’ το σπίτι, αλλά στο πώς διαχειρίζεσαι τα "λάθη", τις αναποδιές, που πιθανόν (συνήθως, δηλαδή χα) προκύπτουν. Δεν παύει όμως να με απασχολεί το τι γίνεται και με τους άλλους. Διότι θα μπορούσα να πω "κλειδώνω και παίζω για πάρτη μου", αλλά αυτό δεν είναι και λίγο αυτισμός; Είναι μια φάση που δε ρολάρει. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, τι συμβαίνει εκείνη τη στιγμή, γιατί γίνονται όλα αυτά. Με νοιάζει αυτή η επαφή. Θα ήθελα να εκμηδενίσω αυτή την απόσταση ανάμεσα σε μένα και τον ακροατή, να είμαι δηλαδή αυτός που φτιάχνει το ψωμί, αλλά να το τρώμε όλοι μαζί.

Είναι αλήθεια όταν ασχολείσαι κάπως με τη μουσική, ότι αντιλαμβάνεσαι διαφορετικά τα πράγματα όταν πας να παρακολουθήσεις κάτι ή και όταν το ακούς σπίτι. Έχει και τα δυο πρόσημα αυτό που αναφέρω, αλλά προσφέρει και κάτι από έναν άλλο αέρα ας το πούμε αν και ακούγεται κάπως αστείο. Καταλαβαίνεις πιο εύκολα πότε κάποιος κάνει κάτι για να γίνει αρεστός και πότε όχι. Το καταλαβαίνεις πιο εύκολα δηλαδή απ’ ό,τι ο κόσμος που παρακολουθεί.

Ναι, εμείς οι δύο πχ το καταλαβαίνουμε, ίσως όχι λόγω μουσικών γνώσεων, αλλά επειδή μας ενδιαφέρει να εστιάσουμε κι εκεί. Αλλά δεν ξέρω καν αν κάποιος άλλος μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία. Χρειάζεται μια τροφοδότηση, να παίρνεις μια ενέργεια γι' αυτό που κάνεις. Όχι όμως εκβιάζοντάς την, διότι είναι πολύ εύκολο να γοητεύσεις το κοινό, να το πάρεις με το μέρος σου.

Ναι αυτό θα έλεγα.

Βάλε πχ ένα μπιτ σε 4/4 κι όλοι θα αρχίσουν να λικνίζονται.

Γενικά είναι εύκολο να πεις αυτό που θέλει να ακούσει ο άλλος. Το βλέπουμε παντού.

Ναι, όχι μόνο στη μουσική - και σε μια παρέα ακόμα. Σε αυτό μας προτρέπουν τα πάντα γύρω μας, βλέπουμε τις ίδιες καρμπόν συμπεριφορές. Ακόμα και στο πώς θα πλησιάσεις κάποιον σε ένα μπαρ, οι ατάκες είναι σαν κενές γραμμές που περιμένουν να τις συμπληρώσεις εσύ, σαν σταυρόλεξο.

Να σου πω, για μένα δεν είναι το εύκολο, ούτε το δύσκολο, ούτε και το ενδιάμεσο, αλλά το εκτός από αυτό το κουτάκι. Και όχι για να γίνει κάποιος διαφορετικός.

Ναι, να καταφέρεις να καταλάβεις εσύ τι έχει ουσία. Αν υπάρχει λόγος για την ενέργειά σου ή για τη σιωπή σου.

Απλά για να υπάρξει πρέπει να είναι όλα μέσα εκεί. Δεν το καταλαβαίνω.

Είναι ο φόβος του να μην μείνεις μόνος, του να μην είσαι αρεστός απ το σύνολο. Να μην είσαι ο περίεργος της παρέας.

Νομίζω, είναι πιο έντονο από ποτέ μάλλον λόγω δικτύωσης. Βλέπεις ότι όλοι έχουν την ανάγκη να βγάλουν το λόγο τους μπροστά στους φίλους τους. Δηλαδή προφανώς υπήρχε και πριν, απλά εκτοξεύτηκε τώρα.

Ναι, και παλιότερα συνέβαινε, αλλά τώρα το βλέπεις πιο εύκολα μπροστά σου. Παλιότερα έλεγες "οκ, δε θα βγω με αυτούς". Απλώς η επιλεκτικότητα δε φωνάζει.

Θα ’θελες να ήσουν 100% μουσικός, εννοώ, να ζεις από αυτό ή πιστεύεις ότι θα χανόταν κάποιο παράθυρο απ’ τα κτίρια ή κάποιο αστέρι απ’ τη νύχτα;

Η αυτόματη απάντηση είναι ότι "αν σου αρέσει το σεξ, δε θα γίνεις ζιγκολό να πηδάς γριές". Θέλω να πω ότι όταν ξέρεις πως αυτό που γράφεις θα είναι αυτό που θα σε ζήσει, είναι λίγο λεπτές οι ισορροπίες για να μην αρχίσεις να γράφεις για να γίνεις αρεστός, ακολουθώντας μια συνταγή που απέδωσε καρπούς προηγουμένως. Κι αυτό βέβαια δεν τελειώνει στο γράψιμο, αλλά έχεις και στο νου σου την προώθηση κλπ. Τώρα έχεις την πολυτέλεια να πεις όσα "όχι" θες. Αν θες να ζήσεις από αυτό όμως, αναρωτιέμαι αν υπάρχει χώρος που να σε αφήνει να αναπνέεις με αξιοπρέπεια, χωρίς να μπεις στον πειρασμό να κάνεις κάποια έκπτωση. Ιδανικά, δηλαδή, ποιος δε θέλει να κάνει αυτό που του αρέσει και να πληρώνεται κιόλας. Αλλά μπορεί αυτό να γίνει στην πράξη και να έχει και κάποια συνέχεια; Μπορεί να το στηρίξει αυτό η ελληνική αγορά; Και μιλάω για περιπτώσεις σαν τη δική μου και τη δική σου.
Επίσης... Έγραψα αυτές τις μέρες ένα νέο κομμάτι ("θα ήθελες να μας το παίξεις λίγο;") κι ένιωσα την ίδια καύλα, την ίδια ζαλάδα με αυτή που είχα όταν πρωτοέγραφα πριν ξέρω 'γω 15-20 χρόνια. Μου αρέσει που συμβαίνει αυτό, μου δίνει δύναμη, όρεξη και με ισορροπεί ας πούμε. Δε θέλω να το εκφυλίσω ή να το χάσω.
Μπορεί και να μη χαθεί, ακόμα κι αν έμπαινα σε μια άλλη διαδικασία. Αλλά να σου πω, δεν είμαι άνετος, δεν ξέρω αν έχω τις άμυνες συγκεκριμένα για αυτό, διότι είναι πολύπλοκο όλο αυτό το πράγμα, δεν ξέρω αν μπορώ να το ορίσω κι έτσι το προστατεύω.

Μέσα σε αυτό το "μουσικός" βέβαια μπορεί να μπει και άλλη δραστηριότητα. Εννοώ όχι να ζούσες απ’ τους δίσκους και τα live σου, αλλά από συγκεκριμένα πράγματα, σαν παραγγελία.

Α, πχ να έγραφα μουσική για διαφημίσεις;

Ναι.

Ναι, αυτό θα το έκανα.

Αλλά έχει βέβαια και το χρόνο του. Και πέρα απ’ το χρόνο. Πέρα μάλλον απ’ τα χρήματα είναι και ο χρόνος και μάλλον τελικά αυτό δεν έχει διαφορά απ’ το να κάνεις μαθήματα. Απλά θα ήταν μέσα στο «"μουσικός". Και αν σκεφτούμε το παράδειγμα των session μουσικών, καταλαβαίνουμε ότι δεν μένει και τόσος χώρος, οπότε καλύτερα να σε καταπιεί κάτι άλλο.

Καλά, για τους σεσιονάδες τα έχουμε ξαναπεί, το είχε πει κάπως και ο Σιγανίδης, "οι μουσικοί με τις γεμάτες τσέπες και τα θλιμμένα μάτια".

Τώρα δεν έχουν γεμάτες τσέπες, έχουν μείνει τα μάτια.

Και στο τέλος χωρίς μάτια (είναι και στίχος από ένα νέο μου τραγούδι- διαφήμιση).

Έχουμε και αποκλειστικότητες. Ωραία.

συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα / musicpaper.gr / Ιούλιος '13

(σημ. κτίρια: Παρατίθενται οι αρχικές ερωτήσεις που δέχτηκα, όπως και οι απαντήσεις που έστειλα. Όταν δημοσιεύτηκαν, άλλαξε η διατύπωση των ερωτήσεων, ενώ στις απαντήσεις προστέθηκαν κάποιες λέξεις κι άλλαξαν ορισμένα σημεία στίξης - προστέθηκαν θαυμαστικά κι αποσιωπητικά.)

Έχεις κάποιο λόγο που δεν αφήνεις να φανεί πουθενά το αληθινό σου όνομα; Αν όχι, θα ήθελες να μας το αποκαλύψεις;

Έχω επιλέξει να δημοσιοποιώ τις μουσικές μου χρησιμοποιώντας μια αφαιρετική εικόνα, η οποία εκ των πραγμάτων είναι λιγότερο προσωποκεντρική. Θέλω ο κόσμος να δίνει σημασία σε αυτά που γράφω κι όχι στο ποιος είμαι ή στο πώς με λένε - υπάρχουν αρκετοί  που πιστεύουν ότι πρόκειται περί συγκροτήματος, δεν το ψάχνουν παραπέρα κι αυτό με ευχαριστεί. Ακόμα και το «κτίρια τη νύχτα» υπάρχει απλώς για να είναι συγκεντρωμένες κάτω από ένα όνομα οι μουσικές μου, ούτως ώστε πας ενδιαφερόμενος να μπορεί να ανατρέξει σε αυτές. Όλα τα άλλα είναι ανούσιες τεχνικές λεπτομέρειες.

Έχεις ασχοληθεί και με κάποιο άλλο είδος έκφρασης εκτός από τη μουσική ή έστω έχεις κάποιο ανάλογο background, με σπουδές ή με άλλον τρόπο;

Όχι, τίποτα απ’ όλα αυτά. Αλλά αν ήθελα να ασχοληθώ με κάποιο άλλο μέσο έκφρασης, θα επέλεγα κάτι σχετικό με τη δημιουργία και τη διαχείριση της εικόνας - θα ζωγράφιζα, θα έφτιαχνα κολάζ ή βίντεο. Προς το παρόν, μ’ ενδιαφέρει να το κάνω αυτό με τη μουσική.

Μπορεί ο τρόπος έκφρασης σας να είναι τελείως διαφορετικός αλλά αισθάνομαι ότι η διάθεση, ίσως και η μέθοδος, με την οποία προσεγγίζεις την μουσική είναι πολύ κοντινή σε αυτή του Κ. Βήτα, ειδικά την εποχή των Στέρεο Νόβα. Έχω δίκιο;

Μεγάλωσα σε μια περιοχή κοντά στους Στέρεο Νόβα και πολλές απ’ τις εικόνες που περιέγραφε ο Κ. Βήτα ήταν κοινές με αυτές της δικής μου καθημερινότητας - η Λένορμαν, το κέντρο, το αστικό τοπίο, συγκεκριμένες γραμμές λεωφορείων. Ίσως γι’ αυτό οι αναφορές μου στο περιβάλλον που ζω φέρνουν στο νου τα κείμενα του Κ. Βήτα. Όσον αφορά στη μουσική, δε γνωρίζω ποια ήταν η διάθεση και η μέθοδος με την οποία την προσέγγιζαν οι Στέρεο Νόβα, για να τη συγκρίνω με τη δική μου.

Ποιες θα ανέφερες συνοπτικά ως τις κυριότερες επιρροές σου;

Σήμερα όλοι μας ακούμε πολλή μουσική, εκτιθέμεθα σε άπειρες εικόνες, διαβάζουμε κείμενα, συνδιαλεγόμαστε  με πολύ κόσμο αλλά το πώς ακριβώς ο εγκέφαλος επιλέγει, απορρίπτει και συνθέτει τα ερεθίσματα που δέχεται δεν το γνωρίζουμε. Γι’ αυτό λοιπόν, δεν ξέρω ποιες είναι οι επιρροές μου (σίγουρα πάντως δεν περιορίζονται σε μουσικές) και νομίζω ότι δύσκολα μπορεί να αναφερθεί κάποιος με ασφάλεια στις δικές του. Είμαστε πιο πολύπλοκα όντα απ’ ό,τι ίσως πιστεύουμε.

Το όνομα Κτίρια Τη Νύχτα υποδηλώνει ότι η μουσική σου είναι καθαρά και μόνον αστική ή όχι απαραίτητα;

Το 2007, όταν είχα γράψει κάποια ημιθορυβώδη ambient μοτίβα βασισμένα σε εικόνες της πόλης και χρειαζόμουν ένα όνομα για τη σελίδα μου στο MySpace, το «κτίρια τη νύχτα» προέκυψε πολύ φυσικά, ήταν σχεδόν αυτονόητο. Έκτοτε, τα τραγούδια μου κυκλοφορούν κάτω από αυτό το όνομα, χωρίς, προφανώς, όταν τα γράφω να σκέφτομαι ότι πρέπει να μείνω πιστός στην εικόνα του ονόματος.
Το αν η μουσική μου γεννάει μόνο εικόνες της πόλης ή όχι είναι κάτι που μπορεί να απαντήσει ο καθένας ξεχωριστά. Προσωπικά, θεωρώ πως όχι, αλλά και πάλι αυτή είναι απλώς η δική μου άποψη.

Κτίρια Τη Νύχτα αλλά... κυρίως χειμώνα ή το καλοκαίρι;

Μου αρέσουν όλες οι εποχές κι όλες οι μέρες. Αφήνοντας κάποιες εκτός, ζούμε λιγότερο. Πάντως, στο νου μου κάθε μου άλμπουμ το έχω συνδέσει και με μία εποχή: Το «ΩΕΜ και η λαίμαργη αγάπη» είναι φθινοπωρινό, οι «Σημειώσεις άλυτων θεμάτων» ανοιξιάτικες, οι «Κενοί Χώροι» καλοκαιρινοί. Συμπτωματικά, οι ηχογραφήσεις για κάθε ένα από αυτά έγιναν και την αντίστοιχη εποχή. Άρα, λέω το νέο άλμπουμ που γράφω αυτές τις μέρες να το ηχογραφήσω τον χειμώνα, για να κλείσει φυσιολογικά η τετραλογία.
Και τελικά τα Κτίρια Τη Νύχτα είναι ένα γλυκό όνειρο ή ένας μόνιμος και επαναλαμβανόμενος εφιάλτης;

Δε γνωρίζω τι συνειρμούς μπορεί να προκαλεί σε άλλους. Για μένα είναι απλώς ένα όνομα, που με τον καιρό το βλέπω περισσότερο σαν σχήμα με γράμματα χωρίς να σκέφτομαι την έννοια. Δεν είναι πιο σημαντικό απ’ τις μουσικές μου.

συνέντευξη στον Στυλιανό Τζιρίτα / avopolis.gr / Μάιος '12

Θεωρώ το όνομα που έχετε διαλέξει ένα από τα καλύτερα που έχω ακούσει στην ημεδαπή και αλλοδαπή τα τελευταία χρόνια. Θα ήθελα λοιπόν να κάνω την (ανόητη;) ερώτηση αν θέτει εξ αρχής όρια στο πού μπορεί να κινηθεί η μουσική. Μια παραισθητική π.χ. ψυχεδέλεια με αναφορές στη folk δεν θα μπορούσε να ακούγεται κάτω από τέτοια ταμπέλα…

Δεν είναι το ίδιο το όνομα που μπορεί να θέσει κάποια όρια στη μουσική μου, όσο το ότι αυτά που δημοσιοποιώ συστεγάζονται κάτω απ’ το ίδιο όνομα, δημιουργώντας –έστω κι ασυνείδητα– μια αίσθηση συνέχειας: σαν να έχω γνωριστεί με κάποιον στον πρώτο δίσκο και πλέον αναπτύσσεται η σχέση μας μέσα απ’ τα τραγούδια μου. Αν άλλαζα το όνομα, ίσως οι μουσικές μου να παίρνανε μια διαφορετική κατεύθυνση, σαν να προσγειώνεσαι σε μια άλλη χώρα με νέα ταυτότητα κι έχεις τη δυνατότητα να υποδυθείς κάποιον άλλο ή να επαναπροσεγγίσεις τον εαυτό σου. Προς το παρόν, όμως, βρίσκω μεγαλύτερη πρόκληση στο να διατηρώ ζωντανή μια σχέση ανατροφοδοτώντας την και ψάχνοντας πιο βαθιά μέσα μας. Αυτό είναι που προτιμώ –κι εκτιμώ– και στις ανθρώπινες σχέσεις γενικότερα.

Από ποια εργαλεία αποτελείται ο εξοπλισμός; Και με ποια λογική κάνετε update σε αυτά; Υπάρχει κάποιος περιορισμός του τύπου «μόνο αναλογικός ή μόνο ψηφιακός»;

Στις σπιτικές ηχογραφήσεις υπάρχει άνεση χρόνου, μπορείς να παίξεις όλα τα όργανα ο ίδιος, να δοκιμάσεις, να απορρίψεις κλπ. Από την άλλη, στα live πρέπει να βρεις έναν τρόπο για να λειτουργήσει η μουσική άμεσα –καθώς δεν υπάρχει δεύτερη ακρόαση. Εκεί βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον το πώς διαχειρίζεται ο καθένας τα «λάθη» που λίγο-πολύ προκύπτουν. Έτσι, όσον αφορά στο δικό μου υλικό τουλάχιστον, το στούντιο και το live είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι, γι’ αυτό και τους προσεγγίζω με σχετικά διαφορετικό εξοπλισμό:
Για την ηχογράφηση των άλμπουμ χρησιμοποιώ φυσικά, ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά όργανα κι επεξεργάζομαι τους ήχους σε αναλογικό αλλά και σε ψηφιακό περιβάλλον.
Στα live έχω περάσει από διάφορες φάσεις: στην αρχή χρησιμοποιούσα laptop, midi controllers και ηλεκτρική κιθάρα. Σταδιακά έφυγα από το digital περιβάλλον των sequencer, των plugin κλπ. και πλέον –εδώ και περίπου 1,5 χρόνο– παίζω με μια κονσόλα, ένα sampler, ένα μικρό casio και μερικά πετάλια. Κάποιες φορές χρησιμοποιώ ακουστική ή ηλεκτρική κιθάρα μαζί με αυτά.
Σχεδόν σε κάθε live απλοποιώ –περισσότερο ή λιγότερο– τον εξοπλισμό μου. Νομίζω ότι γενικότερα η μουσική μου έχει μια τάση να πηγαίνει σε πιο απλές φόρμες. Επίσης, ο ίδιος ο χώρος σε οδηγεί στην επιλογή του εξοπλισμού: υπάρχουν μέρη όπου μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη σιωπή, ενώ σε άλλες περιπτώσεις χρειάζεται να γεμίζεις συχνοτικά τον χώρο, οπότε και πάλι κινούμαι αναλόγως.
Ο αναλογικός εξοπλισμός έχει αρκετούς περιορισμούς σε σχέση με την πληθώρα επιλογών που σου προσφέρει το λάπτοπ, αλλά αυτοί οι περιορισμοί σε κάνουν πιο εφευρετικό. Συν τοις άλλοις, έχεις το μυαλό σου ήσυχο ότι τίποτα δεν θα πάει στραβά –ενώ το software μπορεί να σε προδώσει. Οπότε, για την ώρα, δεν νομίζω να επιστρέψω σε ψηφιακό περιβάλλον.

H ελληνική μουσική (ακόμα και ως μνήμη ραδιοφώνου ή ακροάσεων / επιλογών των γονιών σας) με ποιον τρόπο έχει επηρεάσει τη μουσική σας;

Είναι πολύ δύσκολο να ορίσουμε τι μας επηρεάζει και σε ποιο βαθμό. Μπορεί κάποιος να ακούει 10 φορές την ημέρα τον ίδιο δίσκο, αλλά να μείνει πιο έντονα μέσα του ένας ρυθμός που άκουσε σε ένα ταξί (κι ενδεχομένως να μην του άρεσε ή να θεώρησε ότι δεν του έδινε σημασία). Γι’ αυτό δυσκολεύομαι να εντοπίσω τον τρόπο με τον οποίον με έχει επηρεάσει η ελληνική μουσική. Από τεχνικής άποψης, κάποιοι ρυθμοί και κλίμακες που χρησιμοποιώ προέρχονται από εκεί και μέσα από τα ελληνόφωνα τραγούδια μαθαίνω καλύτερα τον ρυθμό της γλώσσας και τη μελωδικότητα των λέξεων. Αυτό, βέβαια, είναι κάτι που διαπιστώνω εκ των υστέρων στα τραγούδια μου.
Μου αρέσουν ο Βαμβακάρης, ο Τούντας, τα μπασοκίθαρα στα ρεμπέτικα, ο Τσιτσάνης, πολλά λαϊκά των 1960s και 1970s, ο Σαββόπουλος, τα πρώτα του Ξυδάκη, οι Χειμερινοί Κολυμβητές, η Πλάτωνος, ορισμένα ποπ των 1980s, οι Στέρεο Νόβα, κάποια παραδοσιακά… Θα μπορούσε αυτή η λίστα να συνεχίζεται επ’ άπειρον (εξάλλου, στις μέρες μας όλοι ακούμε τόνους μουσικής), όμως θεωρώ ότι είναι άλλος ο μηχανισμός ανάκλησης των «αγαπημένων» μας μουσικών –είναι, ας πούμε, πιο ορθολογικός– κι άλλος αυτός που υπάρχει πίσω απ’ τα δάχτυλά μας ή στη σκέψη μας όταν γράφουμε κάτι.
Καταλαβαίνω ότι αν δεν είχα ακούσει ελληνική μουσική, θα ήταν αλλιώς αυτά που γράφω, αλλά δεν ξέρω πώς θα ήταν. Είναι σαν να κοιτάς έναν κήπο με άπειρα χρώματα και προσπαθείς να απομονώσεις μια συγκεκριμένη απόχρωση –πράγμα αδύνατο– ή να φανταστείς πώς θα ήταν αυτή η εικόνα χωρίς το συγκεκριμένο χρώμα.

Η καθημερινότητα με ποιον τρόπο επηρεάζει; Μια κλασική δουλειά με ωράριο 9-5, εκτός του αυτονόητου αυτισμού που προσφέρει και του αναγκαίου κοψίματος της έμπνευσης σε ώρες που ο εγκέφαλος δουλεύει στο μάξιμουμ, ποιες άλλες εναλλακτικές παρουσιάζει; Ποιες μικρές γωνίες της καθημερινότητας εντός και εκτός της εργασίας μπορούν να αποταμιευθούν ώστε να αποτελέσουν έμπνευση;

Οι χωροχρονικοί περιορισμοί της καθημερινότητας δεν με αποθαρρύνουν. Τους έχω αποδεχτεί, δρω, δημιουργώ, επικοινωνώ, ερωτεύομαι μέσα σε αυτούς, παλεύοντας παράλληλα για μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Νομίζω ότι ελάχιστοι άνθρωποι –στην Ελλάδα τουλάχιστον– έχουν την πολυτέλεια να ασχολούνται με αυτό που θέλουν όποτε και όπως ακριβώς το επιθυμούν. Κι εξάλλου πολλά από όσα έχουμε αγαπήσει (ταινίες, βιβλία, μουσικές) έχουν προκύψει μέσα από δυσκολίες κι εμπόδια –κι ίσως χάρη σε αυτά.Αν ορίσουμε την «έμπνευση» ως την αφορμή για να ασχοληθώ με κάποιο θέμα, τότε έμπνευση μπορεί να αποτελέσει το οτιδήποτε, εντός κι εκτός εργασίας, αλλά όχι με τη λογική του ρεπορτάζ, της αυτόματης δηλαδή καταγραφής. Με κεντρίζουν οι συμπεριφορές των ανθρώπων μέσα στον σύγχρονο κοινωνικό ιστό, όχι όμως για να εκφράσω αυτόματα τη γνώμη μου για αυτές, αλλά ως αφορμή για ενδοσκόπηση, η οποία προκύπτει συνήθως σε ανύποπτο χρόνο. Η καθημερινότητα, δηλαδή, δεν με τροφοδοτεί άμεσα με υλικό, αλλά μου αποκαλύπτεται αργότερα. Αυτά που γράφω νομίζω ότι οφείλουν την ύπαρξή τους στην εκλογικευμένη διαχείριση τυχαίων συμβάντων ή στην ψευδαίσθηση της διαχείρισης αυτής, ακόμα κι αν ο νοηματικός άξονας στον οποίο στηρίζονται είναι στέρεος.
Ακούμε πολλές φορές μουσικούς να ονοματίζουν ταινίες ως πηγές έμπνευσης, γεγονός που ακούγεται ανοίκειο κατά τη γνώμη μου, διότι είναι τόσο σταθερά φτιαγμένη η οποιαδήποτε ταινία σε επίπεδο δομής, ώστε, ουσιαστικά, ένας μουσικός θα λάβει μασημένη τροφή προς αναπαραγωγή. Η εικόνα ως ποιο σημείο αναλαμβάνει να αποτελέσει καμβά στο δικό σας έργο;

Οτιδήποτε αντιλαμβανόμαστε έχει πολλές αναγνώσεις. Όσο σαφής κι αν είναι η δομή ενός έργου και η πρόθεση του δημιουργού του, ο καθένας τσιμπολογάει ό,τι θέλει από αυτό. Ακόμα λοιπόν κι ένα καρέ μιας ταινίας μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης. Κι ας μην ξεχνάμε, φυσικά, ότι το μήνυμα πάντα θα φτάνει σε εμάς παραμορφωμένο, είτε επειδή είμαστε όντα που αντιλαμβάνονται τον κόσμο μέσα απ’ το προσωπικό μας πρίσμα, είτε λόγω των περιορισμών των μέσων: μέσα από κασέτες που αναπαράγουν συγκεκριμένο εύρος συχνοτήτων, από φθηνά ηχεία, από βιντεοταινίες με αλλοιωμένο aspect ratio και με περιορισμένη ανάλυση και βάθος χρωμάτων, από κακοτυπωμένες εικόνες πινάκων (πόσους αυθεντικούς Μιρό έχουμε δει από κοντά;). Κάθε μήνυμα μπορεί να αποδομηθεί και να αποτελέσει έμπνευση για να συντεθεί κάτι νέο.
Η εικόνα παίζει, νομίζω, σημαντικό ρόλο στα τραγούδια μου, περισσότερο λόγω της έντονης παρουσίας της στο τελικό αποτέλεσμα (ακόμα κι όταν πρόκειται για αναφορές σε ταινίες) και λιγότερο επειδή λειτουργεί ως αφορμή για να γράψω κάτι. Αρκετές φορές οι υπάρχουσες εικόνες είναι εκείνες που σχηματίζονται πίσω από κάποιες λέξεις –προτιμώ δηλαδή να περιγράφω το τοπίο και να μην αναφέρομαι στην έννοια. Οπότε, σε τέτοιες περιπτώσεις, η εικόνα προκύπτει εκ του αποτελέσματος και δεν πρόκειται περί προϋπάρχοντος καμβά. Όπως και να ’χει, νιώθω βαθιά συγγένεια με αυτούς που εκφράζονται μέσω εικόνων και μπορούν να στήσουν μια ατμόσφαιρα με αντικείμενα, χρώματα και σχήματα. Αν δεν ήμουν μουσικός, θα ήθελα να ήμουν σκηνοθέτης, ζωγράφος ή κομίστας.

Οι ζωντανές εμφανίσεις σάς γεμίζουν άγχος επειδή εκ της συμβάσεως υπάρχει η απουσία κινησιολογίας; Ή δεν πιστεύετε στην αναγκαιότητα αυτής, βάσει της λογικής που έθεσε η ηλεκτρονική σχολή της live παρουσίασης;

Δεν ακολουθώ κάποια συγκεκριμένη σχολή live παρουσίασης σκοπίμως. Το συγκεκριμένο στήσιμο προέκυψε συμπτωματικά, από την επιθυμία να παίξω ζωντανά τις μουσικές μου. Ίσως κάποια στιγμή γίνει αυτό και με μπάντα, οπότε υποθέτω ότι τα τραγούδια μου θα αναπτυχθούν και κινησιολογικά. Για την ώρα, πάντως, δεν με αγχώνει ούτε με ενοχλεί η παρούσα φάση. Ακόμα κι ως ακροατή/θεατή, αυτό που μπορεί να με φέρει σε αμηχανία σε ένα live ηλεκτρονικής μουσικής δεν είναι τόσο η απουσία κινησιολογίας, όσο το ότι δεν καταλαβαίνουμε τι ακριβώς κάνει ο μουσικός. Εξάλλου έχουμε μεγαλώσει με την εικόνα των live συγκροτημάτων, όπου φαίνεται ποιος παίζει τι. Άρα, λοιπόν, είναι διαφορετικό το να βλέπεις έναν μουσικό, φωτισμένο απ’ την οθόνη του λάπτοπ, να κινεί το ποντίκι αραιά και πού (εξ ου και το παλαιό ανέκδοτο: «τσεκάρει τα mail του») από το να βλέπεις κάποιον που διαχειρίζεται ποτενσιόμετρα και κουμπάκια –ακόμα κι αν παραμένει ακίνητος. Είναι σημαντικό να υπάρχει η αίσθηση της αλληλεπίδρασης.


ράδιοφωνική εκπομπή / στο κόκκινο 105.5 / Ιαν '12

Καλεσμένος στην εκπομπή "Post Rock" του Αντώνη Φράγκου.
Παρουσίαση του δίσκου "σημειώσεις άλυτων θεμάτων".

[σύντομα με νέο λινκ]

10 δρόμοι που γυρίζουν / mic.gr / Νοέ '11

Λένορμαν:
Γεννήθηκα σε μια κλινική στο Περιστέρι, κοντά στον Κηφισό. Οι γονείς μου το προηγούμενο βράδυ είχαν πάει μια βόλτα, απ' αυτές που έκαναν συχνά τότε, στο Θησείο και στο Μεταξουργείο, το πρωί σηκώθηκαν, πήραν ένα ταξί από τη Λένορμαν και πήγαν στην κλινική. Δεν τους πολυπαίδεψα. Σε κάτι δρόμους εκεί τριγύρω πρωτοπερπάτησα, από εκεί μου αγόρασαν τα πρώτα παιχνίδια, εκεί είδα την πρώτη μου ταινία στο σινεμά αργότερα.

Αλαμάνας:
Οι γονείς μου γνωρίστηκαν όταν ζούσαν σε γειτονικά δωμάτια σ' αυτό το σπίτι, στο τέλος ενός παράδρομου, όπου όλοι μοιράζονταν την κουζίνα και την τουαλέτα. Ήταν από τα πιο όμορφα ζευγάρια που έχω δει, εργάτες από παιδιά, ξεκίνησαν από κάτι υπόγεια που πλημμύριζαν, αλλά περνάγανε ωραία παρά τις δυσκολίες.

Αλεξανδρείας:
Το πρώτο μου σπίτι ήταν ένα δρόμο κάτω από τη Λένορμαν, δίπλα στην πλατεία του Κολωνού. Μπορώ να το σχεδιάσω με κάθε λεπτομέρεια, αν και φύγαμε από εκεί όταν ήμουν μόλις 3 χρόνων. Τι θυμάμαι από τότε; Τους γονείς μου, νέους, να χορεύουν σε ένα υπόγειο στη Κουμουνδούρου, να τρώμε λουκουμάδες από ένα στενό μαγαζάκι στην Αγίου Κωνσταντίνου, να είμαι μικρός και κρεμασμένος απ' τον ώμο του πατέρα μου, προσπαθώντας να βαρέσω ένα μικρό ταμπούρλο δεμένο στη ζώνη του.
Έχω ακόμα την αίσθηση από το φως που έμπαινε στα δωμάτια. Μου έχουν μείνει οι αναλογίες των αντικειμένων και του χώρου, όπως τις αντιλαμβανόμουν τότε, έτσι το σπίτι αυτό ακόμα το φαντάζομαι μεγάλο, αν και ήταν μικρότερο απ' το επόμενο που μείναμε, που ήταν 50 τετραγωνικά.


Ευρίπου:
Το καλοκαίρι του '79, μετακομίσαμε σε αυτό το άλλο σπίτι, στο οποίο έζησα μέχρι τα 19 μου. Ο δρόμος ξεκινούσε από το λόφο Σκουζέ και κατέληγε σε κάτι χωματόδρομους και χωράφια με τσουκνίδες, πέρα από τα οποία έβλεπες τον Κηφισό και τα Δυτικά Προάστια. Πολλά χρόνια αργότερα, αφού είχα φύγει, εκεί φτιάχτηκε ένας σταθμός του Μετρό. Είχαν φυτρώσει πολλές πολυκατοικίες ήδη. Δίπλα μας ήταν μια υπόγεια αποθήκη που έγραφε "παιγνίδια", αυτό μου έφερνε για κάποιο λόγο μια απροσδιόριστη μελαγχολία, ο αέρας εκεί πάντα μύριζε διαλυμένα χαρτόκουτα. Χρησιμοποίησα έτσι γραμμένη τη λέξη στο "άχρονο στενό". Εκεί ήταν το άχρονο στενό, αυτός ο δρόμος, με χαμηλά σπίτια, ένα ψιλικατζίδικο, λίγα αυτοκίνητα και πολλά παιδιά.
Μια φίλη μου στη σχολή όταν είχε ακούσει αυτά που έγραφα ήθελε να δει το μέρος που ζούσα, το πεζοδρόμιο που έβλεπα καθημερινά, γιατί όπως έλεγε "ακόμα κι αυτό παίζει το ρόλο του". Νομίζω ότι τώρα καταλαβαίνω τι εννοούσε. Το ξέρω ότι δε σημαίνει κατά βάθος τίποτα για κανένα, αλλά αυτή η εικόνα με συγκινεί πολύ.

Διστόμου:
Στο σχολείο ήταν άγρια τα πράγματα, σίγουρα πιο πολύ απ' ό,τι άντεχα. Στο δημοτικό, οι περισσότεροι δάσκαλοι ήταν αδιάφοροι, κάποιοι είχαν ροπή στο φασισμό. Οι καθηγητές, τα επόμενα χρόνια, δεν πίστευαν σε εμάς, ήμαστε κάτι σαν αναγκαίο κακό ή ένας σάκος του μποξ. Αρκετοί από αυτούς αντιμετώπιζαν το σχολείο μου ως δυσμενή μετάθεση. Τέλος πάντων, μεγαλώσαμε σε σπίτια και αίθουσες με την ιδέα ότι είμαστε αναλώσιμοι. Εκείνα τα χρόνια, βαριόμουν και ασφυκτιούσα. Ήταν και κάπως δύσκολο να εντοπίσει ο ένας τον άλλο, μέσα στη σκληρότητα της ηλικίας. Με τον καιρό, οι άνθρωποι μαθαίνουν ότι είναι κοινωνικώς άκομψο το να κατακρίνεις τη διαφορετικότητα κι έτσι δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι δίνεται περισσότερος χώρος ν' αναπνεύσεις. Ακόμα κι έτσι, με την επίπλαστη ελευθερία που δημιουργούν οι συμβάσεις, είναι κάπως καλύτερα σε σχέση με την παιδική ηλικία, όπου ο άνθρωπος είναι πιο κοντά στα άγρια ένστικτά του. Απ' την άλλη, μπορεί και όχι.

Ιωαννίνων:
Στο Γυμνάσιο ήθελα να γίνω ντράμερ. Ελλείψει χρημάτων, πήρα με δέκα χιλιάρικα μια κλασική κιθάρα από ένα μαγαζί στην Πλατεία Βάθης, της έβαλα συρμάτινες χορδές κι άρχισα να παίζω στα τυφλά. Με βοηθούσε κάπως ένας φίλος μου, ο Αλέξης, που ήταν πιο προχωρημένος, όχι πολύ, διότι και οι δύο βγάζαμε τις συγχορδίες με το αυτί, δεν ξέραμε ακριβώς πού να βάλουμε τα δάχτυλά μας κι έτσι συνέβαιναν διάφορες παρανοήσεις. Για παράδειγμα, για πολλούς μήνες πίστευα ότι η μι μινόρε είναι η σι ματζόρε. Δεν ξέραμε νότες, βαφτίζαμε τις συγχορδίες κάπως διαισθητικά. Δεν έκανα ποτέ μαθήματα κιθάρας ή θεωρητικών, αλλά δε μετάνιωσα ποτέ γι' αυτή την κάπως ανορθόδοξη σχέση που ανέπτυξα με τη μουσική παίζοντας. Σε αυτή την πρώτη κιθάρα έχω γράψει όλα μου τα τραγούδια μέχρι και το "ωεμ", τον προηγούμενο δίσκο μου.
Στην Ιωαννίνων έχω αλλεπάλληλα επίπεδα αναμνήσεων από πολλές ηλικίες, αλλά θα θυμάμαι πάντα τη διαδρομή που έκανα με την κιθάρα για να καταλήξω στην Πύλου, στο σπίτι του φίλου μου.

Πύλου:
Εκεί, λοιπόν, περνάγαμε πολλά απογεύματα, ακούγαμε δίσκους και συνήθως πάνω σε αυτές τις μουσικές σκαλίζαμε διάφορα με τις κιθάρες μας. Είχαμε κι ένα γκρουπ μαζί, στις αρχές των '90s, λεγόμασταν "mucky noise", κλεινόμασταν σε ένα μικρό δωμάτιο, αυτός ούρλιαζε χωρίς μικρόφωνο, εγώ έπαιζα κάτι ηλεκτρονικά κρουστά. Ήταν φουλ εκτόνωση, θυμάμαι ένα κομμάτι που λεγόταν "σχολείο (γαμιέστε)" -είχαμε βάλει κι επεξήγηση, βλέπεις. Κατά τ' άλλα, κανείς δεν ήθελε να παίζει τις μουσικές μου, επειδή "δεν έστεκαν", όπως μου λέγανε. Κάποια στιγμή, τυχαία, βρήκα το sonix, ένα απλοϊκό πρόγραμμα μουσικής για την amiga 500, και πάνω σε αυτό, για να μπορώ να ακούω αυτά που γράφω, ψιλοέμαθα νότες κι άρχισα σιγά σιγά να διαισθάνομαι τι μου αρέσει αρμονικά και τι όχι.
Τις μουσικές μου τις κατέγραφα στα τέλη των κασετών, τέλειωνε δηλαδή η πλευρά του κανονικού δίσκου και στο κενό που ακολουθούσε σημείωνα διάφορες μελωδίες και στίχους. Όλες οι ιδέες που 'χα είναι ακόμα σκόρπιες μέσα στις κασέτες μου.

Πρεβέζης:
Τα πρώτα μου κομμάτια τα ενορχήστρωνα στο δρόμο, σε διάφορες διαδρομές. Είχα στο νου μου μια μπάντα κι έγραφα μελωδίες, υποθέτοντας τον ήχο που θα βγάλει το κάθε όργανο. Τα τραγούδια αυτά δεν κατάφερα ποτέ να τα ακούσω, δεν υπήρχαν και πολλοί μουσικοί σ' εκείνη τη γειτονιά. Στα τέλη του Λυκείου, κάναμε παρέα τέσσερα αγόρια, ξενυχτάγαμε συχνά μαζί, γελάγαμε, παίζαμε μουσική, ανταλλάσσαμε κείμενα που γράφαμε, πίναμε πολύ και προσπαθούσαμε να την πούμε ο ένας στον άλλο καφροειδώς, αλλά με ιντελεξουέλ τρόπο. Τις βραδιές που βρισκόμασταν τις ονομάζαμε "Σ.Α.Ψ.Η." που σήμαινε "σωματική αποχαύνωση / ψυχική ηρεμία". Ήταν ωραία εκείνη η περίοδος, διότι κάπως ένιωθα ότι η ζωή μου πλέον θα άλλαζε γρήγορα. Αυτές ήταν οι "μέρες του '94". Δε θα 'θελα να τις ξαναζήσω, αλλά τις θυμάμαι χαμογελώντας.
Στο "οι δρόμοι γυρίζουν" υπάρχει ο στίχος "μόνο στο δρόμο θα ανταλλάζω τα δίκαια δώρα". Αυτό αναφέρεται σ' ένα κείμενο που είχα γράψει το '97, για ένα στενό σε αυτόν το δρόμο:
"Τους τελευταίους μήνες που περνούσα από εκεί, παρατηρούσα πως αυθόρμητα σφύριζα μια μελωδία -την ίδια κάθε φορά- και το κατάλαβα ότι σιγά σιγά λάμβανα το μερίδιο από εκείνα τα παλιά δώρα που έκανα."

Καπανέως:
Στα 17 μου άρχισα να αλληλογραφώ με ένα κορίτσι με το οποίο παραθέριζα τα καλοκαίρια. Έγραφα πολλές σελίδες, σχεδόν καθημερινά. Ήταν μια κατάδυση σε ό,τι δεν είχα πει όλα τα χρόνια, ένιωθα ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλω εκεί. Μέσα από αυτό το παιχνίδι, άρχισα να προσδιορίζω τη σχέση μου με τις λέξεις και να σπάω τις δομές στο λόγο, από ένα σημείο και μετά έγραφα χωρίς γραμμές ή κάποια λογική συνέχεια, με αποτέλεσμα, κάθε ανάγνωση να είναι διαφορετική. Τα πρώτα μου κείμενα ήταν τμήματα αυτών των γραμμάτων. Αν δεν ήταν αυτό το κορίτσι με την τόσο έντονη αλληλογραφία που είχαμε, ίσως να μην έγραφα ποτέ κείμενα και, μετέπειτα, τραγούδια. Νομίζω ότι ειδωθήκαμε μόνο μια φορά στην Αθήνα τότε. Κάναμε μια μεγάλη βόλτα, καταλήξαμε εδώ, δίπλα στο λόφο και είπαμε ότι θα τα ξαναπούμε, αποχαιρετώντας την ανήλικη ζωή μας. Μετά πέρασαν χρόνια.

Λόφος:
Τα τελευταία πράγματα που έγραψα στον Κολωνό ήταν ουσιαστικά τα πρώτα τραγούδια μου. Τότε ένιωσα πως ό,τι είχα γράψει τα προηγούμενα χρόνια ήταν κάτι σαν ασκήσεις γι' αυτό που θα ακολουθούσε. Εκείνα τα τραγούδια αποτέλεσαν το πρώτο μου άλμπουμ με τίτλο "οι 1000 ιστορίες", δεν κατάφερα να τα ηχογραφήσω ποτέ "κανονικά", έχω ακόμα λεπτομερείς σημειώσεις για αυτά και κάποια προσχέδιά τους, σκόρπια σε κασέτες. Όταν τα σκέφτομαι, μου 'ρχεται στο νου αυτή η εικόνα. Κάτι τέτοιο σκόπευα να τραβήξω για εξώφυλλο.Μετακομίσαμε κάτω από δύσκολες συνθήκες, μέσα σε ένα πρωινό βρέθηκα σε μια νέα συνοικία, έφυγα με κάποια πράγματα πιστεύοντας ότι θα γυρίσω, τελικά δεν πρόλαβα. Κάποτε έλεγα ότι θα επιστρέψω να μείνω εκεί κοντά. Τώρα μάλλον δε με πολυνοιάζει.
Το 2007, ένα βράδυ έκανα μια βόλτα σ' αυτούς τους δρόμους, ένιωσα όλες τις παλιές ιστορίες και τους διαλόγους να έρχονται καταπάνω μου. Τις επόμενες μέρες κυκλοφορούσα με ένα χαρτί στην τσέπη στύβοντας όσο μπορούσα αυτή την αίσθηση και κάπως έτσι έγραψα το τραγούδι που λέγεται "στα τέλη των κασετών", ένα κολάζ εικόνων, ήχων και περιστατικών από τότε.
Καμιά φορά τα σκέφτομαι όλα μέσα από ένα φίλτρο που στρογγυλεύει τις αιχμηρές γωνίες εκείνων των χρόνων, αλλά πλέον το ξέρω ότι η νοσταλγία, τις σπάνιες φορές που έρχεται πια, είναι επειδή τότε απλώς ήμουν νεότερος και οι δρόμοι έμοιαζαν να είχαν περισσότερες διασταυρώσεις.

πηγή



συνέντευξη στον Φώτη Βαλλάτο / lifo / Φεβ '11

Όταν συστήνεσαι στις συνεντεύξεις, συνήθως αναφέρεις την ιδιότητά σου και τις επιρροές σου. Ας πω, λοιπόν, ότι γράφω τραγούδια και πιθανολογώ ότι μ' επηρεάζει οτιδήποτε: από ένα τυχαίο πεζοδρόμιο μέχρι τις ανεπαίσθητες κινήσεις στο βλέμμα των ανθρώπων.

Ο πρώτος μου δίσκος είχε τίτλο «ΩΕΜ και η λαίμαργη αγάπη, οι υποθέσεις του πέμπτου κόσμου». Τα περισσότερα κομμάτια τα έγραψα το 2002, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν τόσες διέξοδοι όσες σήμερα κι είχα φρικάρει με την περιρρέουσα κοινωνική δυσωδία. Έτσι, τα τραγούδια μου ήταν ένα σήμα Μορς προς εκείνους που ήθελαν να κρατηθούν ζωντανοί κι ένιωθαν την ίδια ασφυξία, βλέποντας τους συνομηλίκους τους να πνίγονται μέσα σε άβολα κοστούμια και λογιστικές συζητήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί σημερινοί 25άρηδες έχουν αγαπήσει τον δίσκο. Βλέπουν κι αυτοί ό,τι έβλεπα κι εγώ τότε κι αναζητούν τρόπους για να συνεχίσουν να αναπνέουν φυσιολογικά.

Είχα βαθιά πίστη ότι αυτές οι σκέψεις αφορούσαν περισσότερους ανθρώπους κι έτσι, μετά πολλών εμποδίων, κατάφερα να ηχογραφήσω τα κομμάτια πριν από 5 χρόνια, στο σπίτι μου. Κυκλοφόρησε πέρσι, με ένα μικρό βιβλίο που περιείχε δικά μου σκίτσα, προσχέδια στίχων και χειρόγραφα κείμενα. Καμία εταιρεία δεν θα μπορούσε να καλύψει το κόστος αυτής της χειροποίητης συσκευασίας. Έτσι, προτίμησα να βγει σε περιορισμένα αντίτυπα, σαν ένα προσωπικό δώρο.

Τα τραγούδια μου είναι μια πορεία πίσω από αυτό που κρύβουν οι λέξεις, σαν να ψάχνω μέσα μου τον κοινό μας εαυτό. Εξάλλου, η σύγκλιση δεν θα έρθει ποτέ μέσα από επιδερμικές ιδεολογίες που συνιστούν οι συνήθεις φράσεις, δομές κι ενορχηστρώσεις, αλλά μέσα από μια δύσκολη βουτιά μέσα μας. Εκεί υπάρχουμε όλοι μαζί, πίσω από τις διαφορές μας.

Βέβαια, η τέχνη δεν μας κάνει αυτομάτως καλύτερους. Είναι απλώς η αφορμή να έρθουμε πιο κοντά. Από εκεί και πέρα, το πώς εξελίσσονται οι σχέσεις επαφίεται στην αντίληψη του καθενός. Τη μεγάλη αλλαγή γύρω μας δεν θα τη φέρει καμία ομάδα ή κίνημα, αλλά οι καθημερινές πράξεις κι επιλογές αξιοπρεπών ανθρώπων ως μονάδων.

Το κύριο χαρακτηριστικό της περασμένης δεκαετίας ήταν η ευκολότερη πρόσβαση στα εκφραστικά μέσα, ένεκα τεχνολογικής ανάπτυξης. Αυτό έφερε, μαζί με πολλά καλά, ένα πολύ μεγάλο κακό: άλλαξαν οι ρυθμοί της επεξεργασίας της πληροφορίας, με αποτέλεσμα να έχουμε γεμίσει με εκκωφαντικά απορρίμματα. Η σαχλαμάρα που κάποτε δεν θα έμπαινες καν στον κόπο να κοινοποιήσεις πλέον καταλαμβάνει μεγάλο τμήμα της αυτονόητης προβολής μας. Δεν αναφέρομαι τόσο στα κοινωνικά δίκτυα (που κι εκεί ισχύουν αυτά) όσο στην τέχνη. Βέβαια, αυτοί που σε κάθε εποχή επιβιώνουν είναι εκείνοι που παίρνουν στα σοβαρά αυτό που κάνουν - κι όχι τον εαυτό τους. Όσον αφορά αυτούς που πράττουν το ανάποδο, αργά ή γρήγορα τους τα τρώνε οι ψυχαναλυτές κι οι γιατροί. Σε κάθε περίπτωση, η διαρκής προβολή του ατόμου εις βάρος των πράξεών του με απωθεί. Γι' αυτό επέλεξα να δημοσιοποιώ τις μουσικές μου όχι με το επώνυμό μου αλλά με το όνομα «Κτίρια τη Νύχτα» (που δεν είναι προσωποκεντρικό). Πολλοί, μάλιστα, νομίζουν ότι πρόκειται για συγκρότημα. Έτσι, μέχρι στιγμής, κοιμάμαι και ξυπνάω ήρεμος, χωρίς να με απασχολούν τέτοια εγωπαθή μικροζητήματα.

Τα τραγούδια του νέου μου δίσκου γράφτηκαν μετά τα 30 μου. Φυσικά, ο χρόνος δεν δωρίζει κοινές εμπειρίες σε όλους, αλλά θεωρώ ότι οι κοινωνικές συνθήκες ενδεχομένως προσδίδουν κάποια κοινά στοιχεία σε κάθε περίοδο - που ο καθένας, βέβαια, τα διαχειρίζεται όπως πιστεύει. Έτσι, νομίζω ότι το χαρακτηριστικό των 35άρηδων είναι ότι εξακολουθούμε να είμαστε νέοι, άλλα σιγά σιγά νιώθουμε ότι δεν θα είμαστε για πάντα. Όταν είσαι 20, δεν σου πολυπερνάνε απ' τον νου αυτά, έχεις την ψευδαίσθηση της παντοτινής νεότητας. Ενώ τώρα, έστω υποσυνείδητα, φέρουμε τη γνώση του φθαρτού. Αυτό -στην ιδανική περίπτωση- λειτουργεί ως ώθηση για να γεύεσαι την κάθε μέρα ως δώρο και να απολαμβάνεις την ανάσα σου. Αξιολογείς αλλιώς τα στοιχεία της καθημερινότητας. Αυτός είναι ο διαρκής αγώνας που χρειάζεται για να ζεις όμορφα, να μην αποπροσανατολίζεσαι από μικρότητες.

Έτσι, αν το «ΩΕΜ» ήταν δίσκος ενδοσκόπησης κι ανασυγκρότησης δυνάμεων, ο νέος είναι περισσότερο φωτεινός κι έντονος, σαν μια συνειδητή ερωτική πράξη. Ήθελα τα νέα τραγούδια να βγάζουν μια ανθρωπίλα, να νιώθεις σε αυτά το δέρμα του άλλου. Ο δίσκος θα έχει τίτλο «Σημειώσεις άλυτων θεμάτων».

Αυτά που γράφω είναι κατά βάση ποπ τραγούδια. Δεν τα προορίζω για δοκιμιακή μελέτη, αλλά για να ερεθίσουν τις αισθήσεις και να δονήσουν το σώμα για όσο αυτά διαρκούν. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, βέβαια, όποιος θέλει μπορεί να διακρίνει τα προαναφερθέντα ζητήματα, τα οποία, κατά μία έννοια, συνοψίζονται στο εξής: το να είσαι ερωτευμένος και κατ' ουσίαν ευτυχής είναι η μεγαλύτερη επαναστατική πράξη στην εποχή μας. Αυτό σου δίνει τη διαύγεια για να ξεφορτώνεσαι καθετί ασήμαντο, όσο περνάνε τα χρόνια. Σήμερα αυτό το έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ.

πηγή

ραδιοφωνική εκπομπή / radiobubble / Ιούν '10

Στην εκπομπή του Πάνου Μιχαήλ "μελοdramaREMIX"
μαζί με Άγγελο κυρίου και The Boy.

[σύντομα με νέο λινκ]

συνέντευξη στον M. Hulot / lifo / Μάιος '10

με αφορμή το αφιέρωμα "Best new sounds of Athens" της Lifo (τεύχος 201):

«Πριν πολλά χρόνια είχα δει σε μια έκθεση ένα βίντεο με την όψη ενός κτιρίου τη νύχτα, σαν νοσοκομείο έμοιαζε, όπου μάλλον υπήρχε κάποιο πρόβλημα με τα φώτα κι αυτά αναβόσβηναν σε κάθε όροφο εντελώς τυχαία. Ήταν πολύ δύσκολο να αντιληφθείς την περιοδικότητα, κι έτσι φαινόταν σαν να ανέπνεε. Μου αρέσουν τα παλιά κτίρια, είναι σαν να βλέπεις αλλεπάλληλα κύματα από ιστορίες των ανθρώπων που έχουν περάσει μέσα από αυτά. Θαυμάζω κάποιες αρχιτεκτονικές σε νέα κτίρια, αλλά μου βγάζουν μια αίσθηση μεταλλικού κι άγευστου ιδρώτα. Αποστειρωμένα, σαν μεγεθυμένες μακέτες. Το μαγικό με την Αθήνα είναι ότι ενώ πιστεύεις πως δεν σου έχει ξεφύγει τίποτα, στρίβεις σε κάποιον δρόμο που τυχαία δεν είχες ποτέ επιλέξει και νιώθεις ότι είσαι σε άλλη πόλη. Από τον Κολωνό (όπου μεγάλωσα) μέχρι τα Πατήσια κι από τα Πετράλωνα μέχρι την Ιχθυόσκαλα, υπάρχουν εξαιρετικά κτίρια. Η καλύτερή μου είναι -ειδικά τώρα που καλοκαιριάζει- να περπατάω και να παρατηρώ τα ανοιχτά παράθυρα, να βλέπω το φως των δωματίων ή την κίνηση κάποιου που βάζει το πιάτο του στο τραπέζι. Σαν κολάζ από ταινίες. Μέχρι την επόμενη εικόνα, μπορεί να έχω σκεφτεί όλη τη ζωή αυτού του ανθρώπου. Η πιο αδιάφορη στιγμή για τον έναν μπορεί να είναι ένα ποίημα για κάποιον άλλο».

συνέντευξη στη Νίκη Ξένου / περιοδικό "σινεμά" / Φεβ '10

Από που εμπνεύστηκες το όνομά σου;

Θεωρώντας ότι κάποια μουσικά μοτίβα του Ιούνη 07, βασισμένα σε αστικές εικόνες, δεν σχετίζονταν με το κύριο project μου, χρειαζόμουν ένα άλλο όνομα για τη δεύτερη σελίδα μου. Η ανεπίσημη εκδοχή είναι ότι έψαχνα κάτι που να γράφεται με κεφαλαίους λατινικούς χαρακτήρες γιατί τότε το myspace δεν υποστήριζε ελληνικούς. Κι επειδή στραπατσάρει λίγο το προφίλ του μυστήριου, την αναγάγω σε σχεδόν ισχύουσα.

Χωρίς ποιον ήχο της πόλης δε θα μπορούσες να ζήσεις;

Δε θα άντεχα να μην ακούω όμορφες φωνές ανθρώπων κι ιδιαίτερα κοριτσιών. Θα μπορούσα με άνεση να ζήσω χωρίς τους περισσότερους αστικούς ήχους.

Τι άκουσες τελευταία και σε εντυπωσίασε;

Στη φόρμα του τραγουδιού, που με συγκλονίζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, δεν με εντυπωσιάζει σχεδόν τίποτα απ' τα νέα πράγματα. Υπάρχει εξέλιξη μόνο στα τεχνικά χαρακτηριστικά -ηχογράφηση, παραγωγή κλπ- κι εκεί βέβαια ακούς άπειρες και τρομερά έξυπνες ιδέες που σου διαλύουν το κεφάλι και θες να τις ακούς νυχθημερόν, όπως αυτήν την εποχή μου συμβαίνει με τον Four Tet, αλλά ελλείψει περιεχομένου είναι καταδικασμένες να μη σε αφορούν μετά από λίγο καιρό. Οι μόνοι που ισορροπούν σε όλα τα επίπεδα -και τους έχω μεγάλη αγάπη- είναι οι Animal Collective. Σχετικά με την Ελλάδα, χαίρομαι που υπάρχουν ο Άγγελος κυρίου, ο Larry Gus, ο The Boy.

Γιατί φτιάχνεις μουσική;

Κατά καιρούς χάριν αυτοπαρατήρησης, άλλες φορές για να σχηματοποιήσω την τρέχουσα αρμονία μέσα μου ή απλώς για να ευφρανθούν ώτα και άκρα. Γράφω τραγούδια πολύ σπάνια και νομίζω ότι λίγες μέρες πριν αντιληφθώ πως μου χρειάζεται να γράψω, είμαι ικανοποιητικά ανυπόφορος για τους γύρω μου, άρα και για κάποιον άλλο λόγο.

Τι θα παρουσιάσετε με τον Άγγελο κυρίου στη Knot την Παρασκευή;

Το δικό μου σετ θα είναι μόνο αυτοσχεδιασμός, οπότε δεν ξέρω τι θα προκύψει. Το μοναδικό έτοιμο στοιχείο είναι κάποιοι διάλογοι γνωστών και φίλων που έχω ηχογραφήσει. Ο Άγγελος θα παίξει τα τραγούδια του βάσει μιας ηχητικής ιδέας που εξελίσσει αυτόν τον καιρό. Στο τέλος, θα επέλθει σύζευξη: Άγγελος Κτιρίου.

Φτιάξε μου μια λίστα με το τοπ πέντε των ταινιών που σκιαγραφούν τη σχέση του ανθρώπου με την πόλη.

Πάντα έβρισκα απάνθρωπες τις λίστες, σαν τετραγωνισμένα συναισθήματά που τα τακτοποιεί λογιστής. Αλλά επειδή είναι η πρώτη φορά που μου το ζητάνε, θα το κάνω. Μου έρχονται τουλάχιστον 30, διαλέγω 5 από αυτές τυχαία:

Ο Ένοικος / Ρομάν Πολάνσκι
Κόκκινη Έρημος / Μικελάντζελο Αντονιόνι
Η Κλέο από τις 5 έως τις 7 / Ανιές Βαρντά
Τραγούδια από τον Δεύτερο Οροφο / Ρόι Άντερσον
Η Αλίκη στις Πόλεις / Βιμ Βέντερς

ραδιοφωνική εκπομπή / cooradio / Φεβ '10

Καλεσμένος στην εκπομπή "τσικνότητες" του Asty Tekk,
με αφορμή την κυκλοφορία του "ωεμ".

[σύντομα με νέο λινκ]