saxtouris

ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ



/ 22 μελοποιημένα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη /
/ κυκλοφόρησε στις 29.03.15 /
/ σε 70 αριθμημένα αντίτυπα /
/ καθένα με μοναδικό εξώφυλλο /
αγορά εδώ /

ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΣΚΟ

Παναγιώτης Σταθόπουλος - ΔΙΣΚΟΠΑΘΕΙΑ

Σε μια αποτίμηση των όσων βιώσαμε στα ηχητικά τεκταινόμενα της ημεδαπής στο πρώτο μισό της τρέχουσας δεκαετίας (2010–2014), μου έρχεται αυτόματα στο μυαλό μια αληθινά χαρακτηριστική περίπτωση δημιουργού · ο Κτίρια τη Νύχτα. Ένας καλλιτέχνης που μπορεί να ξεκίνησε στα ’00s σχεδιάζοντας και υλοποιώντας στιγμιότυπα ήχων δίχως (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων) τη στήριξη των στίχων και των φθόγγων της ελληνικής –ή οποιασδήποτε άλλης– γλώσσας, μα την αμέσως επόμενη δεκαετία οικοδόμησε με προσήλωση, μεθοδικότητα, υπομονή και επιμονή, μια ιδιοσυγκρασιακή τραγουδοποιία. Μια συγκομιδή τραγουδιών, αν θέλετε, αστικής θεώρησης της πραγματικότητας, στην οποία οι φράσεις δεν απέρρεαν μονάχα από τη μουσική, αλλά και από τις φωνητικές ερμηνείες του εμπνευστή τους και τις λέξεις που αυτές παρείχαν.
Από την αφετηρία μιας τεχνοτροπίας αφαιρετικών διαθέσεων και αναπτύξεων, η οποία εσώκλειε καλαίσθητα σε ambient σκηνικό στοιχεία ηλεκτρονικών πειραματισμών από τα ’70s έως και τα ’00s, η οποία τεχνοτροπία αποτυπώθηκε στα δύο πρώτα πλήρους διάρκειας άλμπουμ του, κτίριο 707 (2007) και Loop Loop (2009), o Κτίρια τη Νύχτα μετέθεσε τις ανάγκες και τις αναζητήσεις του σε ένα ύφος συντεθειμένο από folktronica περιπλανήσεις ενός DIY τροβαδούρου της νέας χιλιετίας. Οι πάντοτε συνδεδεμένες με την καθημερινότητα των μεγαλουπόλεων συλλήψεις του, ή καλύτερα με αυτή της Αθήνας όπου ο ίδιος διαμένει και δραστηροποιείται, έχοντας τον ανθρώπινο λόγο σε περίοπτη θέση ενδύονταν από τα ’10s με μουσικά θέματα από κιθάρες και διαφόρων ειδών ηλεκτρονικά εξαρτήματα, καθώς και με ποικίλα δείγματα από ιδιόκτητες επιτόπιες ηχογραφήσεις του εντός και εκτός κτιρίων. Η… «στροφή» στην οποία αναφέρομαι έπιασε ένα ζενίθ (ας ελπίσουμε να ναι προσωρινό) αποτελεσματικότητας στο άλμπουμ του ΩΕΜ και η λαίμαργη αγάπη, οι υποθέσεις του πέμπτου κόσμου (2010), με μελωδικότητα και εξαιρετικά εικονοπλαστικό στίγμα στους στίχους, για να επεκταθεί στις Σημειώσεις άλυτων θεμάτων (2011), και να επανεμφανιστεί με ένα πιο αυτοσχεδιαστικό «πρόσωπο» και περισσότερα ηλεκτρονικά ερείσματα στο LP Κενοί χώροι, το 2013.
Κι είμαστε πια στο 2015, με μια εκπεφρασμένη εμμονή του Κτίρια τη Νύχτα να βρίσκει τον κατάλληλο χώρο και χρόνο ούτως ώστε να δράσει. Ο λόγος για την αγάπη που εκδηλώνει από χρόνια ο προκείμενος πειραματιστής για το έργο του Μίλτου Σαχτούρη, παρουσιάζοντας ζωντανά (φερ’ ειπείν σε live του στην Knot Gallery) τη δική του άποψη επί των πονημάτων του σπουδαίου αποθανόντα ποιητή, μεταφέροντάς τα στο προσωπικό του ηχητικό «σύμπαν». Μια άποψη η οποία μετά από αρκετό μετέπειτα παίδεμα εξελίχθηκε και καταγράφεται στο φρεσκοκυκλοφορημένο και γλαφυρά τιτλοφορημένο άλμπουμ του, Σαχτούρης.
Πρόκειται για  ένα άλμπουμ 22 συνθέσεων (με μέση διάρκεια  περίπου το ένα λεπτό) που αφορμώνται από ισάριθμα ποιήματα του Σαχτούρη και κατορθώνουν να ισοδυναμούν με γέφυρες που ενώνουν δύο κόσμους · αυτόν της ποίησης, που προβάλλει ως εφαλτήριο για τον παρόντα δίσκο και εκείνον της μουσικής ή καλύτερα του ηχητικού σχεδιασμού. Ο γλωσσικός υπερρεαλισμός του Σαχτούρη με τις αλλόκοτα απόκοσμες μα βαθιά ανθρώπινες αφηγήσεις του, φιλτράρεται από την οπτική και τις παραστάσεις του Κτίρια τη νύχτα και εκτίθεται όμορφα μέσα από μια οργανική λιτότητα, αφού για να περατωθεί το εγχείρημα αξιοποιούνται μονάχα ακουστικές και κλασικές κιθάρες, με ή δίχως εφέ από pedal και ηλεκτρονική επεξεργασία κλπ. Οι εικόνες από μια παράλληλη πραγματικότητα συναντούν την καθηλωτική τους αναπαράσταση σε ένα μουσικό καταστάλαγμα διάρκειας 23 λεπτών.
Το όραμα του Κτίρια τη νύχτα ακούγεται εκ του αποτελέσματος πραγματικά γόνιμο. Στην πραγμάτωση αυτού του οράματος συνέβαλλαν ο σεβασμός και η εξερευνητική βουλιμία σύμφωνα με τα οποία ο δημιουργός προσεγγίζει τα ποιήματα που αποτελούν θεμέλιο για τη δουλειά του, όπως και το γεγονός ότι οι εμπνεύσεις του μέχρι και σήμερα οδηγούνταν από μια ποιητικότητα, σουρεαλιστική ως επί το πλείστον. Στην πραγματικότητα, τα εν λόγω κείμενα του δίνουν το έναυσμα για να αναπτύξει τις δικές του συνθετικές δεξιότητες εντρυφώντας στο βάθος των κειμένων, παράγοντας εν τέλει τραγούδια με… κολλητικές ιδιότητες. Ο εδώ καλλιτέχνης δεν προτάσσει απλώς ηχητικά σχήματα, ήτοι ψυχεδελικές φωνητικές τοποθετήσεις, συγχορδίες και riff, εξώκοσμα ηλεκτρονικά θραύσματα και βόμβοι, για να υποστηρίξει τις ήδη υπάρχουσες λέξεις, μα φτιάχνει με σπιτική φροντίδα, αυθορμητισμό και αυτοσχεδιαστική ροή, τραγουδοποιία ανοιχτών οριζόντων και αέναου «χασίματος». Μια ακουστική τραγουδοποιία που πηγαίνει πέρα από το υπαρκτό, το προφανές, το γνώριμο, το απτό, το γενικώς αποδεκτό, το σίγουρο… Μια καθόλα συναρπαστική μορφή εξιστορήσεων, με νοσταλγική (για κάτι… άφταστο ίσως) χροιά, την οποία ο ίδιος κυκλοφορεί αυτόνομα. Μια συνεκτική αλληλεπίδραση ήχων συγγενική προς την καθ’ ημάς μουσική παρακαταθήκη, των Στέρεο Νόβα, του Αλέξανδρου Βούλγαρη (The Boy), του Άγγελου Κυρίου, του Διονύση Σαββόπουλου, του Μάρκου Βαμβακάρη, της Λένας Πλάτωνος, του Μιχάλη Σιγανίδη…
Η αίσθηση του ονειρικού και του απόκοσμου, λοιπόν, που φέρουν οι ξεχωριστές φράσεις του Σαχτούρη, επιτείνεται από τις καίριες ενέργειες του Κτίρια τη Νύχτα. Λέξεις και νότες συντονίζονται με σκοπό να μεταδώσουν φανταστικές και μοναδικές ιστορίες για, ένα μαύρο πέπλο που τη μέρα το καίει ο ήλιος και το βράδυ το φεγγάρι το ματώνει (στο κομμάτι “Κερδίζω”), ένα παιδί που φωνάζει το όνομα κάποιου (του Σαχτούρη ή της περσόνας του) μέσα στη νύχτα και μια κοπέλα που κοιμάται πλάι στα ερείπια, πλάι στα σπίτια που κάποιος (ο Σαχτούρη ή η περσόνα του) γκρέμισε, ένα κορίτσι που γυρεύει κάτι στο σκοτάδι της καρέκλας και γδύνεται γρήγορα καθώς νυχτώνει σε φθινοπωρινό σκηνικό (“Φθινόπωρο”), κάποιον που δεν έχει γράψει ποιήματα και καρφώνει μόνο σταυρούς σε μνήματα, μέσα από μια ζωή που κύλησε μέσα σε κρότους (“O στρατιώτης ποιητής”). Επίσης, οι αφηγήσεις σχετίζονται με ένα θηρίο με σιδερένια δόντια σε καταστάσεις φυγής (“Του θηρίου”), έναν απίστευτα τρελό λαγό (“O τρελός λαγός”),  έναν μαύρο κόκορα που γέλασε όταν του είπαν ότι θα τον σφάξουν (“O μαύρος κόκορας”), για μια Σοφία εν είδει χαλασμένης συσκευής που κάθεται σε ένα δέντρο με σπασμένα κλαδιά καθώς τα σύννεφα περνούν από μπροστά της (“Η Σοφία”)…
Κατά το παρελθόν υπήρξαν κι άλλοι δημιουργοί από τον ντόπιο μουσικό χώρο που μετέφεραν επιτυχημένα σε αυτόν τα ποιητικά πονήματα του Σαχτούρη, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μιχάλης Σιγανίδης, οι Lost Bodies, ο Vasra Dikon, η Μαρία Βουμβάκη, ο Ντίνος Σαδίκης. Πλάι σε όλους αυτούς προσθέστε οπωσδήποτε τον Κτίρια τη Νύχτα, με το άχρονο αυτό ηχητικό του κομψοτέχνημα…

8,5/10

Φώντας Τρούσας - LIFO

Όλως περιέργως ο Μίλτος Σαχτούρης είναι ένας από τους ποιητές που έχουν μελοποιηθεί επαρκώς, με καταγραμμένες στη δισκογραφία πλείστες όσες απόπειρες που χρονολογούνται από τις αρχές του ’70. Για να μη μιλήσουμε για τα «Δύο Ναυτικά Τραγούδια» του Μάνου Χατζιδάκι, έργο του 1947, που δισκογραφήθηκε βεβαίως χρόνια αργότερα.

Λέω αυτό το «όλως περιέργως», επειδή η ποίηση του Σαχτούρη δεν είναι από ’κείνες που ευνοούν μια πρώτη, αρχική μεταφορά τους στο πεντάγραμμο. Η απουσία ομοιοκαταληξίας, αλλά και η εντελώς ιδιαίτερη ηχητική ροή των ποιημάτων, που οφείλεται στην επίσης εντελώς ιδιαίτερη κατασκευή τους, δεν βοηθάει στην ολοκλήρωση ενός άλμπουμ μ’ έναν κάπως ενιαίο χαρακτήρα. Γι’ αυτό, ίσως, και οι «ωραιότερες» μελοποιήσεις στίχων του Σαχτούρη να είναι ορισμένα μόνο τραγούδια, σπαρμένα εδώ κι εκεί. Θυμηθείτε, για παράδειγμα, εκείνο το… «Είχα έρωτες/ είχα μάχες/ και παραφύλαξα στις γωνιές» από το τραγούδι των Εν Πλω. Πόσο «δένει»!

Έχω τη γνώμη πως ο τρόπος που χειρίστηκαν την ποίηση του Σαχτούρη οι Μιχάλης Σιγανίδης και Θοδωρής Ρέλλος στο LP «Το Πρωί Και Το Βράδυ» [Lyra, 1990] θέτει ένα σχετικό πάνω όριο, το οποίο δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί. Και τούτο, επειδή εκείνη η ιδέα υπήρξε τόσο απλή και ευφυής στη σύλληψή της, ώστε να μοιάζει κάπως με απόρθητο φρούριο.

Τι είχαν πράξει οι Ρέλλος-Σιγανίδης; Είχαν πάρει την ίδια τη φωνή του ποιητή (που σου κόβει το αίμα όπως την ακούς – στην κυριολεξία τρομερή!) από ένα παλιότερο άλμπουμ του στο «Διόνυσο» (την ποιητική ετικέτα της Lyra) το 1977, και πάνω εκεί (στο… ραπάρισμα δηλαδή του Σαχτούρη) προσάρμοσαν τις «τζαζιές» και τα κολάζ τους! Έξοχο. Και ως ιδέα, και πολύ περισσότερο ως εφαρμογή!

Ο Κτίρια τη Νύχτα, από τη μεριά του, είναι ένα μουσικός που έχει δώσει έως τώρα σοβαρά δείγματα ενός προσωπικού τρόπου αντίληψης της σύνθεσης και της τραγουδοποιίας. Όπως είχα σημειώσει και για ένα προηγούμενο άλμπουμ του, το «Κενοί Χώροι» [Inner Ear, 2013]:

«Εκείνο που δεν είναι προφανές στους “κενούς χώρους” είναι η τραγουδοποιητική έκφραση του Κτίρια τη Νύχτα – βασικά ο τύπος του ανατρεπτικού άσματος, που όταν δεν ενοργανώνεται έχοντας ως βάση τα γνωστά κιθαριστικά-ποπ διδάγματα, αντλεί από ένα άναρχο, προσωπικό εκφραστικό οπλοστάσιο. Δεν ξέρω αν έχει κάποια σημασία, αλλά ακούγοντας το συγκεκριμένο long play ανακάλεσα στη μνήμη μου, τηρουμένων όσων αναλογιών θέλετε, κάτι από την “τρέλα” ορισμένων καλλιτεχνών της περίφημης ESP Disk – του πειραματιστή Alan Sondheim φερ’ ειπείν, ή του singer-songwriter Mij. Ο Κτίρια τη Νύχτα συνδυάζει και τα δύο (ή και τους δύο), αν και νομίζω πως η δύναμή του εντοπίζεται κυρίως στο τραγούδι (κι εκεί αξίζει να εμβαθύνει). Στο λόγο δηλαδή που, στην περίπτωσή του, έχει λόγο να λέγεται».

Να τo λοιπόν το άλμπουμ, με λόγο που έχει λόγο να λέγεται, δύο χρόνια αργότερα. Ένα άλμπουμ «φτιάξτο μόνος σου», περιέχον 22 μελοποιημένα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη, για τη μουσική επένδυση των οποίων… «χρησιμοποιήθηκε μόνο κλασική ή ακουστική κιθάρα, παιγμένη με διάφορες τεχνοτροπίες και ηχογραφημένη με πλήθος διαφορετικών τεχνικών». Το άλμπουμ που τιτλοφορείται απλώς «ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ»[Tenant Records, 2015], κυκλοφορεί σε 70 μόλις αριθμημένα CD-αντίτυπα, ενώ προσφέρεται και για digital downloading.

Τι πράττει, εδώ, ο Κτίρια τη Νύχτα, κάνοντας τη δική του διαφορά; Το εξής ιδιότροπο. Αναπτύσσει έτσι τις εκτάσεις των μελοποιήσεών του, ώστε εκείνες να εξαρτώνται άμεσα από την έκταση τού εκάστοτε ποιήματος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αιτιολογείται το γεγονός πως τα τραγούδια του διαρκούν από ελάχιστα δευτερόλεπτα (οι 13 από τις 22 μελοποιήσεις είναι μικρότερες του λεπτού), έως τα… 2:32 της πιο απλωμένης στο χρόνο «Έναστρης».

Στο «Καπνός ή γάτα» π.χ., που αποτελείται από 9 στίχους με ελάχιστες λέξεις ο καθένας, το τραγούδι διαρκεί μόλις 20 δευτερόλεπτα, ενώ στο «Έναστρη», ένα κάπως μεγαλύτερο ποίημα με 24 ολίγων λέξεων στίχους, η διάρκεια είναι δυόμισι λεπτά. Εδώ παρατηρείται και μία από τις δύο πιο μακριές «εισαγωγές» (γύρω στα 50 δευτερόλεπτα). Γενικά, οι «εισαγωγές» είναι υποτυπώδεις, διαρκώντας ελάχιστο χρόνο.

Είναι αλήθεια πως ο Κτίρια τη Νύχτα δεν ενδιαφέρεται να προβάλλει μελοποιήσεις, που να μπορεί να τραγουδηθούν –να μπουν στα στόματα πολλών ή λίγων– πόσω μάλλον να δημιουργήσει κουπλέ, ρεφρέν και τα τοιαύτα. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να δώσει την ηχητική υπόσταση μιας προσωπικής ανάγνωσης. Να παγιδεύσει τον εσωτερικό ρυθμό των ποιημάτων, κι έχοντας κατά νου τον τρόπο που αρθρώνονται οι λέξεις βασικά –και όχι τα νοήματα αναγκαστικά– να δημιουργήσει ένα μουσικό τετελεσμένο.

Είναι φανερό, επίσης, πως η προσέγγισή του δεν έχει ουδεμία σχέση μ’ εκείνο που αντιλαμβανόμαστε όλοι μας ως «μελοποίηση». Ο ίδιος, σ’ αυτήν την επί τούτου πρωτόλεια, αλλά και τόσο τεχνικά επεξεργασμένη, κατασκευή του διακρίνει πρωτίστως την ανάγκη της ποιητικής αυθυπαρξίας. Η μουσική του δηλαδή δεν δρα δυναστευτικά ως προς το ποίημα, δεν επιχειρεί να το καπελώσει, δεν επιχειρεί να υπάρξει (η μουσική του και ο ίδιος) μέσω των ποιημάτων.

Και σ’ αυτό ενυπάρχει κάτι πέρα για πέρα ηθικό – δίχως τούτο να σημαίνει πως σε κάθε τι άλλο, διαφορετικό, ενυπάρχει οπωσδήποτε κάτι ανήθικο.
Όλως περιέργως ο Μίλτος Σαχτούρης είναι ένας από τους ποιητές που έχουν μελοποιηθεί επαρκώς, με καταγραμμένες στη δισκογραφία πλείστες όσες απόπειρες που χρονολογούνται από τις αρχές του ’70. Για να μη μιλήσουμε για τα «Δύο Ναυτικά Τραγούδια» του Μάνου Χατζιδάκι, έργο του 1947, που δισκογραφήθηκε βεβαίως χρόνια αργότερα. Λέω αυτό το «όλως περιέργως», επειδή η ποίηση του Σαχτούρη δεν είναι από ’κείνες που ευνοούν μια πρώτη, αρχική μεταφορά τους στο πεντάγραμμο. Η απουσία ομοιοκαταληξίας, αλλά και η εντελώς ιδιαίτερη ηχητική ροή των ποιημάτων, που οφείλεται στην επίσης εντελώς ιδιαίτερη κατασκευή τους, δεν βοηθάει στην ολοκλήρωση ενός άλμπουμ μ’ έναν κάπως ενιαίο χαρακτήρα. Γι’ αυτό, ίσως, και οι «ωραιότερες» μελοποιήσεις στίχων του Σαχτούρη να είναι ορισμένα μόνο τραγούδια, σπαρμένα εδώ κι εκεί. Θυμηθείτε, για παράδειγμα, εκείνο το… «Είχα έρωτες/ είχα μάχες/ και παραφύλαξα στις γωνιές» από το τραγούδι των Εν Πλω. Πόσο «δένει»! Ο Κτίρια τη Νύχτα δεν ενδιαφέρεται να προβάλλει μελοποιήσεις, που να μπορεί να τραγουδηθούν –να μπουν στα στόματα πολλών ή λίγων– πόσω μάλλον να δημιουργήσει κουπλέ, ρεφρέν και τα τοιαύτα. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να δώσει την ηχητική υπόσταση μιας προσωπικής ανάγνωσης. Να παγιδεύσει τον εσωτερικό ρυθμό των ποιημάτων τού Μίλτου Σαχτούρη, κι έχοντας κατά νου τον τρόπο που αρθρώνονται οι λέξεις βασικά –και όχι τα νοήματα αναγκαστικά– να δημιουργήσει ένα μουσικό τετελεσμένο. Έχω τη γνώμη πως ο τρόπος που χειρίστηκαν την ποίηση του Σαχτούρη οι Μιχάλης Σιγανίδης και Θοδωρής Ρέλλος στο LP «Το Πρωί Και Το Βράδυ» [Lyra, 1990] θέτει ένα σχετικό πάνω όριο, το οποίο δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί. Και τούτο, επειδή εκείνη η ιδέα υπήρξε τόσο απλή και ευφυής στη σύλληψή της, ώστε να μοιάζει κάπως με απόρθητο φρούριο. Τι είχαν πράξει οι Ρέλλος-Σιγανίδης; Είχαν πάρει την ίδια τη φωνή του ποιητή (που σου κόβει το αίμα όπως την ακούς – στην κυριολεξία τρομερή!) από ένα παλιότερο άλμπουμ του στο «Διόνυσο» (την ποιητική ετικέτα της Lyra) το 1977, και πάνω εκεί (στο… ραπάρισμα δηλαδή του Σαχτούρη) προσάρμοσαν τις «τζαζιές» και τα κολάζ τους! Έξοχο. Και ως ιδέα, και πολύ περισσότερο ως εφαρμογή! O… Κτίρια τη Νύχτα μελοποιεί Μίλτο Σαχτούρη Ο Κτίρια τη Νύχτα, από τη μεριά του, είναι ένα μουσικός που έχει δώσει έως τώρα σοβαρά δείγματα ενός προσωπικού τρόπου αντίληψης της σύνθεσης και της τραγουδοποιίας. Όπως είχα σημειώσει και για ένα προηγούμενο άλμπουμ του, το «Κενοί Χώροι» [Inner Ear, 2013]: «Εκείνο που δεν είναι προφανές στους “κενούς χώρους” είναι η τραγουδοποιητική έκφραση του Κτίρια τη Νύχτα – βασικά ο τύπος του ανατρεπτικού άσματος, που όταν δεν ενοργανώνεται έχοντας ως βάση τα γνωστά κιθαριστικά-ποπ διδάγματα, αντλεί από ένα άναρχο, προσωπικό εκφραστικό οπλοστάσιο. Δεν ξέρω αν έχει κάποια σημασία, αλλά ακούγοντας το συγκεκριμένο long play ανακάλεσα στη μνήμη μου, τηρουμένων όσων αναλογιών θέλετε, κάτι από την “τρέλα” ορισμένων καλλιτεχνών της περίφημης ESP Disk – του πειραματιστή Alan Sondheim φερ’ ειπείν, ή του singer-songwriter Mij. Ο Κτίρια τη Νύχτα συνδυάζει και τα δύο (ή και τους δύο), αν και νομίζω πως η δύναμή του εντοπίζεται κυρίως στο τραγούδι (κι εκεί αξίζει να εμβαθύνει). Στο λόγο δηλαδή που, στην περίπτωσή του, έχει λόγο να λέγεται». Να τo λοιπόν το άλμπουμ, με λόγο που έχει λόγο να λέγεται, δύο χρόνια αργότερα. Ένα άλμπουμ «φτιάξτο μόνος σου», περιέχον 22 μελοποιημένα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη, για τη μουσική επένδυση των οποίων… «χρησιμοποιήθηκε μόνο κλασική ή ακουστική κιθάρα, παιγμένη με διάφορες τεχνοτροπίες και ηχογραφημένη με πλήθος διαφορετικών τεχνικών». Το άλμπουμ που τιτλοφορείται απλώς «ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ»[Tenant Records, 2015], κυκλοφορεί σε 70 μόλις αριθμημένα CD-αντίτυπα, ενώ προσφέρεται και για digital downloading. Τι πράττει, εδώ, ο Κτίρια τη Νύχτα, κάνοντας τη δική του διαφορά; Το εξής ιδιότροπο. Αναπτύσσει έτσι τις εκτάσεις των μελοποιήσεών του, ώστε εκείνες να εξαρτώνται άμεσα από την έκταση τού εκάστοτε ποιήματος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αιτιολογείται το γεγονός πως τα τραγούδια του διαρκούν από ελάχιστα δευτερόλεπτα (οι 13 από τις 22 μελοποιήσεις είναι μικρότερες του λεπτού), έως τα… 2:32 της πιο απλωμένης στο χρόνο «Έναστρης». Στο «Καπνός ή γάτα» π.χ., που αποτελείται από 9 στίχους με ελάχιστες λέξεις ο καθένας, το τραγούδι διαρκεί μόλις 20 δευτερόλεπτα, ενώ στο «Έναστρη», ένα κάπως μεγαλύτερο ποίημα με 24 ολίγων λέξεων στίχους, η διάρκεια είναι δυόμισι λεπτά. Εδώ παρατηρείται και μία από τις δύο πιο μακριές «εισαγωγές» (γύρω στα 50 δευτερόλεπτα). Γενικά, οι «εισαγωγές» είναι υποτυπώδεις, διαρκώντας ελάχιστο χρόνο. Είναι αλήθεια πως ο Κτίρια τη Νύχτα δεν ενδιαφέρεται να προβάλλει μελοποιήσεις, που να μπορεί να τραγουδηθούν –να μπουν στα στόματα πολλών ή λίγων– πόσω μάλλον να δημιουργήσει κουπλέ, ρεφρέν και τα τοιαύτα. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να δώσει την ηχητική υπόσταση μιας προσωπικής ανάγνωσης. Να παγιδεύσει τον εσωτερικό ρυθμό των ποιημάτων, κι έχοντας κατά νου τον τρόπο που αρθρώνονται οι λέξεις βασικά –και όχι τα νοήματα αναγκαστικά– να δημιουργήσει ένα μουσικό τετελεσμένο. Είναι φανερό, επίσης, πως η προσέγγισή του δεν έχει ουδεμία σχέση μ’ εκείνο που αντιλαμβανόμαστε όλοι μας ως «μελοποίηση». Ο ίδιος, σ’ αυτήν την επί τούτου πρωτόλεια, αλλά και τόσο τεχνικά επεξεργασμένη, κατασκευή του διακρίνει πρωτίστως την ανάγκη της ποιητικής αυθυπαρξίας. Η μουσική του δηλαδή δεν δρα δυναστευτικά ως προς το ποίημα, δεν επιχειρεί να το καπελώσει, δεν επιχειρεί να υπάρξει (η μουσική του και ο ίδιος) μέσω των ποιημάτων. Και σ’ αυτό ενυπάρχει κάτι πέρα για πέρα ηθικό – δίχως τούτο να σημαίνει πως σε κάθε τι άλλο, διαφορετικό, ενυπάρχει οπωσδήποτε κάτι ανήθικο. Πηγή: www.lifo.gr
Όλως περιέργως ο Μίλτος Σαχτούρης είναι ένας από τους ποιητές που έχουν μελοποιηθεί επαρκώς, με καταγραμμένες στη δισκογραφία πλείστες όσες απόπειρες που χρονολογούνται από τις αρχές του ’70. Για να μη μιλήσουμε για τα «Δύο Ναυτικά Τραγούδια» του Μάνου Χατζιδάκι, έργο του 1947, που δισκογραφήθηκε βεβαίως χρόνια αργότερα. Λέω αυτό το «όλως περιέργως», επειδή η ποίηση του Σαχτούρη δεν είναι από ’κείνες που ευνοούν μια πρώτη, αρχική μεταφορά τους στο πεντάγραμμο. Η απουσία ομοιοκαταληξίας, αλλά και η εντελώς ιδιαίτερη ηχητική ροή των ποιημάτων, που οφείλεται στην επίσης εντελώς ιδιαίτερη κατασκευή τους, δεν βοηθάει στην ολοκλήρωση ενός άλμπουμ μ’ έναν κάπως ενιαίο χαρακτήρα. Γι’ αυτό, ίσως, και οι «ωραιότερες» μελοποιήσεις στίχων του Σαχτούρη να είναι ορισμένα μόνο τραγούδια, σπαρμένα εδώ κι εκεί. Θυμηθείτε, για παράδειγμα, εκείνο το… «Είχα έρωτες/ είχα μάχες/ και παραφύλαξα στις γωνιές» από το τραγούδι των Εν Πλω. Πόσο «δένει»! Ο Κτίρια τη Νύχτα δεν ενδιαφέρεται να προβάλλει μελοποιήσεις, που να μπορεί να τραγουδηθούν –να μπουν στα στόματα πολλών ή λίγων– πόσω μάλλον να δημιουργήσει κουπλέ, ρεφρέν και τα τοιαύτα. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να δώσει την ηχητική υπόσταση μιας προσωπικής ανάγνωσης. Να παγιδεύσει τον εσωτερικό ρυθμό των ποιημάτων τού Μίλτου Σαχτούρη, κι έχοντας κατά νου τον τρόπο που αρθρώνονται οι λέξεις βασικά –και όχι τα νοήματα αναγκαστικά– να δημιουργήσει ένα μουσικό τετελεσμένο. Έχω τη γνώμη πως ο τρόπος που χειρίστηκαν την ποίηση του Σαχτούρη οι Μιχάλης Σιγανίδης και Θοδωρής Ρέλλος στο LP «Το Πρωί Και Το Βράδυ» [Lyra, 1990] θέτει ένα σχετικό πάνω όριο, το οποίο δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί. Και τούτο, επειδή εκείνη η ιδέα υπήρξε τόσο απλή και ευφυής στη σύλληψή της, ώστε να μοιάζει κάπως με απόρθητο φρούριο. Τι είχαν πράξει οι Ρέλλος-Σιγανίδης; Είχαν πάρει την ίδια τη φωνή του ποιητή (που σου κόβει το αίμα όπως την ακούς – στην κυριολεξία τρομερή!) από ένα παλιότερο άλμπουμ του στο «Διόνυσο» (την ποιητική ετικέτα της Lyra) το 1977, και πάνω εκεί (στο… ραπάρισμα δηλαδή του Σαχτούρη) προσάρμοσαν τις «τζαζιές» και τα κολάζ τους! Έξοχο. Και ως ιδέα, και πολύ περισσότερο ως εφαρμογή! O… Κτίρια τη Νύχτα μελοποιεί Μίλτο Σαχτούρη Ο Κτίρια τη Νύχτα, από τη μεριά του, είναι ένα μουσικός που έχει δώσει έως τώρα σοβαρά δείγματα ενός προσωπικού τρόπου αντίληψης της σύνθεσης και της τραγουδοποιίας. Όπως είχα σημειώσει και για ένα προηγούμενο άλμπουμ του, το «Κενοί Χώροι» [Inner Ear, 2013]: «Εκείνο που δεν είναι προφανές στους “κενούς χώρους” είναι η τραγουδοποιητική έκφραση του Κτίρια τη Νύχτα – βασικά ο τύπος του ανατρεπτικού άσματος, που όταν δεν ενοργανώνεται έχοντας ως βάση τα γνωστά κιθαριστικά-ποπ διδάγματα, αντλεί από ένα άναρχο, προσωπικό εκφραστικό οπλοστάσιο. Δεν ξέρω αν έχει κάποια σημασία, αλλά ακούγοντας το συγκεκριμένο long play ανακάλεσα στη μνήμη μου, τηρουμένων όσων αναλογιών θέλετε, κάτι από την “τρέλα” ορισμένων καλλιτεχνών της περίφημης ESP Disk – του πειραματιστή Alan Sondheim φερ’ ειπείν, ή του singer-songwriter Mij. Ο Κτίρια τη Νύχτα συνδυάζει και τα δύο (ή και τους δύο), αν και νομίζω πως η δύναμή του εντοπίζεται κυρίως στο τραγούδι (κι εκεί αξίζει να εμβαθύνει). Στο λόγο δηλαδή που, στην περίπτωσή του, έχει λόγο να λέγεται». Να τo λοιπόν το άλμπουμ, με λόγο που έχει λόγο να λέγεται, δύο χρόνια αργότερα. Ένα άλμπουμ «φτιάξτο μόνος σου», περιέχον 22 μελοποιημένα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη, για τη μουσική επένδυση των οποίων… «χρησιμοποιήθηκε μόνο κλασική ή ακουστική κιθάρα, παιγμένη με διάφορες τεχνοτροπίες και ηχογραφημένη με πλήθος διαφορετικών τεχνικών». Το άλμπουμ που τιτλοφορείται απλώς «ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ»[Tenant Records, 2015], κυκλοφορεί σε 70 μόλις αριθμημένα CD-αντίτυπα, ενώ προσφέρεται και για digital downloading. Τι πράττει, εδώ, ο Κτίρια τη Νύχτα, κάνοντας τη δική του διαφορά; Το εξής ιδιότροπο. Αναπτύσσει έτσι τις εκτάσεις των μελοποιήσεών του, ώστε εκείνες να εξαρτώνται άμεσα από την έκταση τού εκάστοτε ποιήματος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αιτιολογείται το γεγονός πως τα τραγούδια του διαρκούν από ελάχιστα δευτερόλεπτα (οι 13 από τις 22 μελοποιήσεις είναι μικρότερες του λεπτού), έως τα… 2:32 της πιο απλωμένης στο χρόνο «Έναστρης». Στο «Καπνός ή γάτα» π.χ., που αποτελείται από 9 στίχους με ελάχιστες λέξεις ο καθένας, το τραγούδι διαρκεί μόλις 20 δευτερόλεπτα, ενώ στο «Έναστρη», ένα κάπως μεγαλύτερο ποίημα με 24 ολίγων λέξεων στίχους, η διάρκεια είναι δυόμισι λεπτά. Εδώ παρατηρείται και μία από τις δύο πιο μακριές «εισαγωγές» (γύρω στα 50 δευτερόλεπτα). Γενικά, οι «εισαγωγές» είναι υποτυπώδεις, διαρκώντας ελάχιστο χρόνο. Είναι αλήθεια πως ο Κτίρια τη Νύχτα δεν ενδιαφέρεται να προβάλλει μελοποιήσεις, που να μπορεί να τραγουδηθούν –να μπουν στα στόματα πολλών ή λίγων– πόσω μάλλον να δημιουργήσει κουπλέ, ρεφρέν και τα τοιαύτα. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να δώσει την ηχητική υπόσταση μιας προσωπικής ανάγνωσης. Να παγιδεύσει τον εσωτερικό ρυθμό των ποιημάτων, κι έχοντας κατά νου τον τρόπο που αρθρώνονται οι λέξεις βασικά –και όχι τα νοήματα αναγκαστικά– να δημιουργήσει ένα μουσικό τετελεσμένο. Είναι φανερό, επίσης, πως η προσέγγισή του δεν έχει ουδεμία σχέση μ’ εκείνο που αντιλαμβανόμαστε όλοι μας ως «μελοποίηση». Ο ίδιος, σ’ αυτήν την επί τούτου πρωτόλεια, αλλά και τόσο τεχνικά επεξεργασμένη, κατασκευή του διακρίνει πρωτίστως την ανάγκη της ποιητικής αυθυπαρξίας. Η μουσική του δηλαδή δεν δρα δυναστευτικά ως προς το ποίημα, δεν επιχειρεί να το καπελώσει, δεν επιχειρεί να υπάρξει (η μουσική του και ο ίδιος) μέσω των ποιημάτων. Και σ’ αυτό ενυπάρχει κάτι πέρα για πέρα ηθικό – δίχως τούτο να σημαίνει πως σε κάθε τι άλλο, διαφορετικό, ενυπάρχει οπωσδήποτε κάτι ανήθικο. Πηγή: www.lifo.gr